Αρβελέρ: Θεματοφύλακας της Ρωμιοσύνης — Η απαγορευμένη μνήμη της νεότερης Ελλάδας

notosnews
5 Min Read

Γράφει ο Σάββας Πεταλάς

Έφυγε από τη ζωή, τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026, σε ηλικία 99 ετών, η σπουδαία
βυζαντινολόγος και ιστορικός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ.
Αναμφίβολα υπήρξε μεγάλη μορφή της ελληνικής διανόησης. Και ανεξάρτητα από τις
επιμέρους διαφωνίες, το ουσιώδες είναι ότι ανέδειξε μια ιστορική αλήθεια που σήμερα
μοιάζει σχεδόν απαγορευμένη: πως έχουμε χάσει την επίγνωση της Ρωμιοσύνης.
Της κληρονομιάς της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας — αυτού που ονομάστηκε
υποτιμητικά «Βυζάντιο» — η οποία συνέδεσε οργανικά τον αρχαίο ελληνικό κόσμο με τη
νεότερη ελληνική ιστορία. Η Ρωμιοσύνη δεν ήταν “παρένθεση” ούτε “παρακμή”. Ήταν ο
τρόπος με τον οποίο η ρωμαϊκή πολιτειακή ιδέα μετασχηματίστηκε, η ελληνική γλώσσα
έγινε κοινή γλώσσα μιας αυτοκρατορίας, και το ελληνικό πνεύμα διασώθηκε,
καλλιεργήθηκε, μεταδόθηκε.
Κι όμως, εδώ ακριβώς χτίστηκε μια συστηματική λήθη. Από τη βαβαροκρατία και την
κοτσαμπασίδικη πολιτική τάξη, μέχρι τη νεότερη κρατική ιδεολογία που προώθησε μια
μονοδιάστατη προγονολατρεία: αρχαιότητα “καθαρή”, Βυζάντιο “σκοτεινό”. Ένα σχήμα
βολικό: εξιδανίκευση της Δύσης, δαιμονοποίηση της Ανατολής, και εξοβελισμός της
αυτοκρατορικής μας μνήμης.
Έτσι απωλέσαμε κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν ιστορικό όρο: απωλέσαμε την
οικουμενικότητα του Ελληνισμού. Γιατί ο Ελληνισμός δεν ήταν ποτέ έθνος-κράτος όπως η
μικρή και έντιμος Ελλάς. Δεν ήταν μόνο ούτε πόλεις-κράτη , ούτε ο χρυσός αιώνας του

Περικλή , ούτε η Αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Εξελίχθηκε με ιστορική
συνέχεια. Υπήρξε διοικητική και πολυπολιτισμική κοινότητα αυτοκρατορικού τύπου ως
Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όπου οι τοπικές κοινότητες με μεγάλο βαθμό
αυτονομίας υπάγονταν στην Κωνσταντινούπολη ως Βασιλεύουσα.
Ένα πολυπολιτισμικό μωσαϊκό ορθόδοξων λαών με ρωμαϊκή συνείδηση, ελληνική ως κοινή
γλώσσα, και αυτοπροσδιορισμό ως Ρωμιοί — κληρονόμοι του ελληνικού πνεύματος και της
ρωμαϊκής αυτοκρατορικής παράδοσης.
Και γι’ αυτό το όραμα του Ρήγα δεν μπορούσε να επιτραπεί. Η ανασύσταση της
Ρωμιοσύνης ως συνομοσπονδίας στα ύστερα αυτοκρατορικά όρια δεν συνέφερε τις
μεγάλες δυνάμεις. Όπως δεν συνέφερε και η αρχική, λιγότερο εθνικιστική σύλληψη της
Μεγάλης Ιδέας, πριν διαστρεβλωθεί από το στέμμα και τους προστάτες του.
Η ρίζα του σημερινού αδιεξόδου είναι ακριβώς αυτός ο εσωτερικός διχασμός: είμαστε
φορείς μιας οικουμενικής παράδοσης, την οποία όμως το ίδιο το ελληνόφωνο
κοτσαμπασίδικο κράτος υπό βρετανική κηδεμονία αντιμετώπισε ως απειλή.
Κυρίως μέσα από επιλογές και κατευθύνσεις που εξυπηρετούσαν τη βρετανική στρατηγική,
η οποία δεν θα ανεχόταν εύκολα, στην Ανατολική Μεσόγειο, ένα κράτος με ναυτική
παράδοση, ιστορική αυτοσυνείδηση και δυνατότητα να ανακαλεί μια αυτοκρατορική
συνέχεια. Και όταν ο θρόνος και μεγάλο μέρος της πολιτικής ελίτ λειτουργούσαν ως δίαυλοι
εξάρτησης, μια τέτοια προοπτική έπρεπε να αποκλειστεί προτού καν αρθρωθεί ως ιστορικό
αίτημα.
Έτσι, ως «ασφαλέστερη» λύση προκρίθηκε η συρρίκνωση: ένας παραποιημένος Ελληνισμός
περιορισμένος, πιο διαχειρίσιμος, και μια συνεχής διαπραγμάτευση με τον τουρκικό
επεκτατισμό — άλλοτε ως απειλή, άλλοτε ως εργαλείο ισορροπιών, πάντοτε όμως ως
παράγοντας που διατηρεί την περιοχή σε ελεγχόμενη αστάθεια.
Η φράση της Αρβελέρ δε ότι: «είμαστε ο μοναδικός λαός των Βαλκανίων που δεν
απελευθέρωσε την «κοιτίδα του έθνους» δηλαδή την Κωνσταντινούπολη αναδεικνύει το
σύγχρονο δομικό πρόβλημα του Νεοελληνικού κρατικού μορφώματος.
Ενός Αθηνοκεντρικού συστήματος που για να διατηρηθεί ως παρασιτικό μοντέλο διοίκησης,
κατατρώει και αντιμάχεται τον Ελληνικό λαό εντός συνόρων στην Επαρχία και εκτός
συνόρων ως ομογένεια.
Σ’ αυτή τη μεθόδευση λήθης επιστρατεύθηκαν ετερόκλητοι μηχανισμοί. Από τη μία, η
προγονολατρική, επιφανειακά «πατριωτική» ρητορική που έκοβε τη συνέχεια και
μετέτρεπε την ιστορία σε βιτρίνα. Από την άλλη, ο εθνομηδενιστικός κυνισμός της
αριστεράς που γελοιοποιούσε κάθε αναφορά στη διαχρονία ως «αναχρονισμό».
Διαφορετικές όψεις, συχνά, του ίδιου αποτελέσματος: αποκοπή από τη Ρωμιοσύνη.
Σήμερα, ο στιγματισμός και η αποδόμηση της Ρωμιοσύνης εμφανίζονται συχνά με νέο
ένδυμα: ως μεταμοντέρνα πολυκομματική «woke» «ορθότητα» που αντέχει κάθε
πολυπολιτισμό, εκτός από εκείνον που ιστορικά συγκρότησε τη δική μας οικουμενικότητα.
Ένα υβρίδιο επιλεκτικών ταυτοτήτων και άκριτου διεθνισμού, που συχνά καταλήγει να
υπηρετεί την ίδια λογική λήθης με πιο σύγχρονη φρασεολογία.

Η Αρβελέρ όμως γι’ αυτό ήταν ενοχλητική: διότι θύμιζε ότι η Ρωμιοσύνη δεν είναι όχημα
εθνικισμού. Είναι αγγελιοφόρος οικουμενικότητας ως ιστορικής αποστολής του
Ελληνισμού— και η λήθη της είναι ο μηχανισμός της συρρίκνωσής μας.

Ο Σάββας Πεταλάς είναι πτυχιούχος περιβαλλοντολόγος και εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας-μελετητής. Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν ως ειδικός επιστημονικός σύμβουλος με φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης, ενώ έχει διατελέσει διοικητής και πρόεδρος των Προνοιακών Ιδρυμάτων της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.

Share This Article