Χιλιάδες οφειλέτες αφήνονται εκτός πραγματικής πίεσης, πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης δεν ασκούνται εντός προθεσμιών, ο δήμος ανεβάζει τέλη και φορτώνεται δανεισμό για να καλύψει κενά που θα έπρεπε να έχουν κλείσει εγκαίρως
Υπάρχουν αριθμοί που δεν είναι απλώς νούμερα σε έναν πίνακα. Είναι χαμένες ευκαιρίες, υποχρεώσεις που δεν καλύφθηκαν, υπηρεσίες που δεν χρηματοδοτήθηκαν, έργα που έμειναν πίσω. Και τελικά είναι μια σιωπηλή μεταφορά βάρους από εκείνους που όφειλαν και δεν πλήρωσαν, σε εκείνους που πληρώνουν πάντα.
Στη Ρόδο, το ζήτημα των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τον δήμο επανέρχεται με ένταση, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», περίπου 34 εκατ. ευρώ οφειλών χιλιάδων οφειλετών έχουν παραγραφεί, επειδή δεν ενεργοποιήθηκαν μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες τα αρμόδια μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, και μάλιστα όχι ως μεμονωμένο επεισόδιο αλλά ως διαχρονική πρακτική.
Η παραγραφή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, είναι απώλεια εσόδων
Η παραγραφή, πίσω από τη νομική της ορολογία, σημαίνει κάτι εξαιρετικά απλό για τα δημοτικά οικονομικά: χρήματα που θα έπρεπε να μπουν στα ταμεία δεν μπαίνουν ποτέ. Το κενό δεν εξαφανίζεται. Καλύπτεται είτε με περικοπές είτε με αύξηση τελών είτε με δανεισμό.
Όταν ένα σημαντικό μέρος απαιτήσεων «σβήνει» επειδή δεν έγιναν εμπρόθεσμα οι προβλεπόμενες ενέργειες, ο δήμος δεν χάνει μόνο έσοδα. Χάνει και αξιοπιστία απέναντι στους συνεπείς δημότες, επειδή η συνέπεια μοιάζει να τιμωρείται και η ασυνέπεια να ανταμείβεται, έστω και έμμεσα.
Στην περίπτωση του Δήμου Ρόδου, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις γνωστές κλήσεις για στάθμευση ή στις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. Οι οφειλές που «γλιστρούν» εκτός προθεσμιών, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, δεν αφορούν μόνο πρόστιμα οδικής συμπεριφοράς.
Αφορούν ένα ευρύτερο φάσμα εσόδων που θα έπρεπε να είχαν βεβαιωθεί και να είχαν εισπραχθεί με συνέπεια και συνέχεια, ώστε να χρηματοδοτούν τις ανάγκες μιας πόλης που κουβαλά αυξημένες εποχικές πιέσεις και υψηλό κόστος λειτουργίας.
Χιλιάδες οφειλέτες και ένα μήνυμα προς τους υπόλοιπους
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα παραγράφηκαν, αλλά τι μήνυμα εκπέμπεται στην κοινωνία. Όταν η δημοτική διοίκηση, διαχρονικά, δεν ενεργοποιεί εγκαίρως πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν πρόκειται απλώς για διοικητική αδράνεια. Πρόκειται για μια επιλογή που δημιουργεί κουλτούρα μη πληρωμής. Ο οφειλέτης μαθαίνει ότι υπάρχει πιθανότητα να περάσει ο χρόνος και να «καθαρίσει». Ο συνεπής πολίτης, αντίθετα, μαθαίνει ότι δεν έχει περιθώριο, γιατί εκείνον τον βρίσκουν πάντα τα ειδοποιητήρια, οι λογαριασμοί, οι αυξήσεις.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται το πιο οδυνηρό σκέλος: το «μάρμαρο» το πληρώνει ο πολίτης που δεν χρωστά. Το πληρώνει μέσω αυξημένων δημοτικών τελών, μέσω νέων επιβαρύνσεων, μέσω ενός προϋπολογισμού που αναζητά έσοδα όχι εκεί που χάθηκαν, αλλά εκεί που είναι σίγουρο ότι θα εισπραχθούν. Δηλαδή στους πολλούς, στους σταθερούς, στους συνεπείς.
Τα ληξιπρόθεσμα ως παγόβουνο και η εικόνα των απαιτήσεων
Στοιχεία από το Υπουργείο Εσωτερικών, που αποτυπώνονται εμμέσως και στον ισολογισμό και στην έκθεση που τον συνοδεύει, όπως αποκαλύπτει η «δημοκρατική», αποτυπώνουν μια εικόνα μεγάλου όγκου ταμειακά βεβαιωμένων οφειλών, κοντά στα 78,6 εκατ. ευρώ στην έναρξη του 2026. Από αυτά, περίπου 43,9 εκατ. ευρώ ανάγονται σε βεβαιώσεις έως το τέλος του 2020 και περίπου 34,7 εκατ. ευρώ σε βεβαιώσεις της περιόδου 2021 έως 2025.
Αυτή η διάκριση έχει σημασία γιατί ο χρόνος λειτουργεί σαν αντίπαλος της είσπραξης. Όσο παλαιώνει μια οφειλή, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να χαθεί είτε λόγω αδυναμίας εντοπισμού στοιχείων είτε λόγω διοικητικής ακινησίας είτε τελικά λόγω παραγραφής. Και όταν μιλάμε για «διαχρονικά» μη ασκηθείσες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, μιλάμε ακριβώς για τον μηχανισμό που αφήνει τον χρόνο να δουλεύει υπέρ του οφειλέτη και εις βάρος της πόλης.
Οι ειδοποιήσεις και τα μέτρα που άργησαν να γίνουν κανόνας
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στάλθηκαν περίπου 28.800 ατομικές ειδοποιήσεις σε υπόχρεους που δεν είχαν ρυθμίσει οφειλές και οι οφειλές τους κινδύνευαν να παραγραφούν, με στόχο τόσο την προειδοποίηση όσο και τη διακοπή του χρόνου παραγραφής. Επιπλέον εκδόθηκαν περίπου 1.600 εντολές δέσμευσης φορολογικής ενημερότητας για οφειλές άνω των 300 ευρώ, που αντιστοιχούν σε συνολικό ύψος περίπου 20 εκατ. ευρώ.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι υπάρχουν εργαλεία και ότι όταν χρησιμοποιούνται μπορούν να παράγουν αποτέλεσμα. Όμως εδώ κρύβεται η μεγάλη αντίφαση: αν σήμερα είναι δυνατό να αποσταλούν δεκάδες χιλιάδες ειδοποιήσεις και να ενεργοποιηθούν ψηφιακά μέτρα, γιατί επί χρόνια δεν υπήρξε αντίστοιχη ένταση και συνέπεια; Γιατί η αναγκαστική εκτέλεση δεν έγινε σταθερή πρακτική, ώστε να μη φτάνουμε στο σημείο να μιλάμε για παραγεγραμμένα δεκάδες εκατομμύρια;
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι ηλεκτρονικές κατασχέσεις εμφανίζονται περιορισμένες σε αριθμό, με περίπου 6 περιπτώσεις, ενώ το συνολικό ποσό απαιτήσεων που συνδέεται με αυτά τα μέτρα φτάνει περίπου 1,8 εκατ. ευρώ.
Το αποτέλεσμα είναι διπλό. Από τη μία, χάνονται πολύτιμοι μήνες σε μια διαδικασία που έχει συγκεκριμένα χρονικά όρια. Από την άλλη, οι καθυστερήσεις αυτές μετατρέπονται σε πραγματικό δημοσιονομικό ρίσκο, γιατί όταν εξαντληθεί το χρονικό περιθώριο, δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία.
Ρυθμίσεις, απώλειες ρυθμίσεων και η πραγματική αντοχή του συστήματος
Οι ρυθμίσεις είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, γιατί αυξάνουν τις πιθανότητες είσπραξης και ταυτόχρονα αναστέλλουν τον χρόνο παραγραφής. Ωστόσο δεν είναι πανάκεια, ειδικά όταν ο μηχανισμός παρακολούθησης και συμμόρφωσης δεν λειτουργεί με σταθερότητα.
Οι πληροφορίες της «δημοκρατικής» αναφέρουν ότι το 2025 έγιναν μόλις 340 ρυθμίσεις συνολικού ύψους περίπου 5,2 εκατ. ευρώ, ενώ χάθηκαν άλλες ύψους 1,4 εκατ. ευρώ περίπου.
Το συμπέρασμα είναι απλό: ακόμη και όταν οι οφειλές μπαίνουν σε τροχιά πληρωμής, ένα σημαντικό τμήμα επιστρέφει στην αβεβαιότητα. Και αν ο δήμος δεν έχει μια σταθερή, γρήγορη και δίκαιη πολιτική είσπραξης, οι ρυθμίσεις λειτουργούν σαν προσωρινό μπάλωμα, όχι σαν λύση.
Παραγραφές που ήδη έγιναν και παραγραφές που έρχονται
Στο κομμάτι που «πονάει» περισσότερο, οι πληροφορίες αναφέρουν παραγραφές που προχώρησαν κατόπιν αιτημάτων εκατοντάδων οφειλετών ενώ υφίστανται άλλες ύψους 6 εκατ. ευρώ περίπου που αφορούν πολύ παλιά έτη πριν το 2005 και θεωρούνται ανεπίδεκτες είσπραξης.
Εδώ αναδεικνύεται το πιο πολιτικά εκρηκτικό στοιχείο. Δεν μιλάμε για μεμονωμένα λάθη. Μιλάμε για οφειλές που «σέρνονται» για δεκαετίες, δημιουργώντας μια θολή ζώνη όπου κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά εισπράττεται, τι πραγματικά μπορεί να εισπραχθεί και τι τελικά θα χαθεί οριστικά. Αυτή η θολή ζώνη δεν είναι απλώς διοικητικό πρόβλημα. Είναι δημοσιονομική απειλή.
Το διαχρονικό κενό ενεργειών και η ευθύνη του αποτελέσματος
Οι πληροφορίες της «δημοκρατικής» αποτυπώνουν ότι σε προγενέστερες περιόδους δεν διαπιστώθηκαν ενέργειες με την έννοια της συστηματικής κινητοποίησης μέτρων.
Οταν οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης δεν ασκούνται εμπρόθεσμα, το αποτέλεσμα γράφεται με ένα μόνο τρόπο, παραγραφή, απώλεια, έλλειμμα. Και αυτό το αποτέλεσμα δεν το πληρώνει μια υπηρεσία σε ένα γραφείο. Το πληρώνει ο δήμος στο σύνολό του, όταν αναγκάζεται να καλύψει λειτουργικά κενά, και το πληρώνει ο πολίτης όταν βλέπει τα τέλη να αυξάνονται και τον δανεισμό να γίνεται δεκανίκι.
Η αύξηση δημοτικών τελών, σε ένα περιβάλλον όπου χάνονται έσοδα από ανείσπρακτες και παραγεγραμμένες οφειλές, παράγει μια μορφή αντίστροφης δικαιοσύνης. Ο συνεπής δημότης επιδοτεί έμμεσα την ασυνέπεια, όχι επειδή το θέλει, αλλά επειδή το σύστημα δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να επιβάλει εγκαίρως την είσπραξη. Το επιχείρημα ότι «χρειάζονται χρήματα για να λειτουργήσει ο δήμος» δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα: γιατί τα χρήματα αυτά δεν αναζητήθηκαν εγκαίρως από εκεί που έπρεπε;
Και όταν ο δήμος επιβαρύνεται με δάνεια για να ανταπεξέλθει σε υποχρεώσεις, το πρόβλημα παγιώνεται. Ο δανεισμός δεν θεραπεύει τη διαρροή. Την καλύπτει προσωρινά, φορτώνοντας το κόστος στο μέλλον, με τόκους, δεσμεύσεις και μειωμένη ευελιξία για επενδύσεις. Έτσι η παραγραφή μετατρέπεται από λογιστικό γεγονός σε πολιτική πραγματικότητα που πιέζει τους πάντες.
dimokratiki.gr
