Στα 17 του, από τις Καλυθιές στη μεγάλη σκηνή: Ο Ροδίτης σκηνοθέτης Ραφαήλ Νικόλαος Λουκατάρης

notosnews
14 Min Read

Στα δεκαεφτά του χρόνια, ο Ραφαήλ Νικόλαος Λουκατάρης δεν μιλά απλώς για όνειρα, αλλά τα κυνηγά με πείσμα, τα μετατρέπει σε εικόνες και τα μοιράζεται με τον κόσμο.

Μαθητής της Γ’ Λυκείου, από τις Καλυθιές της Ρόδου, ετοιμάζεται για την πρώτη επίσημη παρουσίαση (αύριο, Δευτέρα 23 Μαρτίου στον κινηματογράφο «Δαναός» στην Αθήνα) της ταινίας μικρού μήκους «Ματωμένες Παρτιτούρες», μιας δουλειάς που έχει τη δική του υπογραφή στο σενάριο και τη σκηνοθεσία.

Μιλώντας στη «Ροδιακή», ο Ραφαήλ, με απλά λόγια αλλά γεμάτα ουσία και ειλικρίνεια, αποτυπώνει τη διαδρομή του: «Από μικρό παιδί μου άρεσε να κάνω πράγματα δημιουργικά», ενώ δεν κρύβει τη συγκίνηση και την ευγνωμοσύνη του για όσα ζει: «Μπορώ να πω ότι νιώθω ευγνώμων για αυτό που συμβαίνει, ότι περνάω όμορφα».

Μιλάει για τους συντελεστές της ταινίας του, τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, τον Μίλτο Πασχαλίδη, τον Απόλλωνα Σαρρή, τον Αθηναγόρα Χατζηγεωργίου, την Κωνσταντίνα Αναγνώστη, τη Μαρία Δημητραδιού, την Ειρήνη Ζαράλογλου, αλλά και την προβολή της ταινίας τον επόμενο μήνα στο νησί του, στη Ρόδο.

Μέσα από την τέχνη του, ο Ραφαήλ δεν επιδιώκει απλώς να αφηγηθεί μια ιστορία, αλλά να αγγίξει τον θεατή, να τον ταρακουνήσει, να τον βάλει σε σκέψη. Όπως ο ίδιος λέει για την ταινία του και την αυριανή πρεμιέρα: «Θα ήθελα ο θεατής να μη βγει αόριστος. Να βγει και να ξέρει ότι αυτό που είδε του άρεσε ή να ξέρει ότι αυτό που είδε δεν του άρεσε».

Για τον Ραφαήλ Λουκατάρη, η αδιαφορία είναι η μόνη αποτυχία. Και ίσως αυτή η ωριμότητα, μαζί με την πίστη του ότι «όλα περνάνε» και ότι «η δυσκολία που είναι εκεί, θα περάσει με επιμονή», είναι που δίνουν ξεχωριστό βάθος σε έναν τόσο νέο δημιουργό που μόλις ξεκινά το ταξίδι του στον κινηματογράφο.

Τέλος, μας μιλά για τα επόμενα όνειρα – στόχους του, αφού ολοκληρώσει προηγουμένως τη διαδικασία των πανελληνίων εξετάσεων, αλλά και για εκείνο το «ευχαριστώ» που μέχρι σήμερα δεν έχει πει.

Ακολουθεί η συνέντευξη:

Πες μου λοιπόν Ραφαήλ, πώς και πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με τις ταινίες, με τον κινηματογράφο, με την τέχνη γενικότερα;

Από μικρό παιδί μου άρεσε να κάνω πράγματα δημιουργικά. Από ό,τι ξέρω, σε μικρή ηλικία 7 με 9 χρονών, είχα κάνει κάποιες παραστάσεις θεάτρου σκιών στο χωριό μου. Και σιγά σιγά άρχισε να μετατοπίζεται αυτή η ανάγκη μου για δημιουργία σε κάτι άλλο από το θέατρο σκιών, που, από ό,τι φαίνεται στη συνέχεια, έγινε κινηματογράφος.

Είσαι ακόμη μαθητής Λυκείου και ήδη έχεις δημιουργήσει τη δεύτερη ταινία σου. Πώς το βιώνεις όλο αυτό; Νιώθεις ότι μεγαλώνεις πιο γρήγορα μέσα από την τέχνη;

Δεν το βλέπω σαν τη δεύτερή μου ταινία, γιατί δεν νομίζω ότι μπορώ ακόμη να αποκαλέσω τον εαυτό μου σκηνοθέτη. Είναι η πρώτη μου επαγγελματική παραγωγή, ελπίζω να έχει θετική ανταπόκριση για τον κόσμο που θα τη δει. Όχι, δεν νιώθω ότι μεγαλώνω. Μπορώ να πω ότι νιώθω ευγνώμων για αυτό που συμβαίνει, ότι περνάω όμορφα. Ότι αυτό που είχα στο μυαλό μου το κατάφερα, ίσως και λίγο παραπάνω από τις προσδοκίες μου. Το απολαμβάνω, το χαίρομαι και, ευτυχώς, ακόμα δεν το έχω πάρει πολύ πάνω μου.

Ζεις στις Καλυθιές της Ρόδου, ένα χωριό εδώ του νησιού μας, και εξακολουθείς να είσαι, θα έλεγα, απόλυτα αφοσιωμένος στην καθημερινότητά σου και στις ανάγκες της ηλικίας σου: σχολείο, υποχρεώσεις και όλα αυτά. Πώς είναι να κυνηγάς το όνειρο και ταυτόχρονα να ζεις την καθημερινότητα ενός εφήβου;

Λοιπόν, για μένα, εγώ είμαι ένα παιδί που δεν δυσκολεύομαι ποτέ στο διάβασμα. Διάβαζα και ακόμα κάνω την προσπάθειά μου, αλλά έγραφα καλά γιατί μου ήταν κάπως κατανοητά κάποια πράγματα. Δεν είμαι ο τέλειος μαθητής, αλλά κάθε χρόνο παίρνω αριστείο. Είμαι ένα παιδί που δεν θα διαβάσει μία-δύο ώρες την ημέρα, ούτε θα κάτσει να κάνει σχολαστικά τις εργασίες του. Όταν χρειαστεί και δει ότι έχει κενά, θα πάρει μπρος για να μην μείνει πίσω.

Αλλά ούτε κάνω κάποιο δύσκολο πρόγραμμα, κάνω τα φροντιστήρια όπως όλα τα υπόλοιπα παιδιά, αλλά ούτε, στην ουσία, «καίγομαι» στο διάβασμα. Επειδή έρχεται το σχολείο που παίρνει ένα χρόνο από το πρόγραμμά μου, η ταινία παίρνει άλλο λίγο χρόνο και μετά είναι οι φίλοι, η οικογένεια και τα λοιπά που γεμίζουν όλο αυτό, καμιά φορά γίνεται κουραστικό. Αλλά ποτέ, ποτέ, ποτέ δεν σκέφτομαι να το αφήσω.

Πάντα υπάρχουν δυσκολίες· ειδικά σε αυτή την ταινία υπήρχαν πολλές, διαφορετικές ανά περίοδο, που μπορούμε να περιγράψουμε. Αλλά πάντα περνούσαν αυτές οι δυσκολίες, με τη θετική διάθεση που είχα κι εγώ και οι άνθρωποι που δούλευαν πάνω σε αυτό. Οπότε το πρόγραμμά μου δεν θα το έλεγα δύσκολο. Κάποιες φορές γίνεται κουραστικό, αλλά επειδή το επιδιώκω κι εγώ ο ίδιος.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για τις «Ματωμένες Παρτιτούρες»;

Λοιπόν, είχα δει τον «Κοινό Παρονομαστή» του Σωτήρη Τσαφούλια, που είναι μια ταινία η οποία δείχνει μια συνάντηση κάποιων ανθρώπων σε έναν χώρο. Αυτό που μου άρεσε σ’ αυτήν την ιστορία ήταν ότι ήταν γυρισμένη σε έναν χώρο.

Οπότε, μετά την «Κλειδαριά» που είχα κάνει το 2024 και έπαιξε το 2025 τον Φεβρουάριο στο Δημοτικό Θέατρο, είχα βάλει στόχο ότι θα ήθελα το 2025, στη συνέχεια μέχρι το τέλος, να κάνω μια ταινία μικρού μήκους με έναν γνωστό ηθοποιό. Δεν μπορείς να βιάσεις την έμπνευση να σου έρθει, οπότε μου ήρθε μία αναλαμπή να γράψω για την απαισιόδοξη πραγματικότητα που βιώνουν κάποιοι ονειροπόλοι Έλληνες, μέσα στα στερεότυπα κάποιων ανθρώπων.

Και ήρθε και έδεσε πολύ ωραία με το τραγικό συμβάν στα Τέμπη, το οποίο, όταν το συμπεριλαμβάνεις σε μια τέτοια ιστορία, σου δείχνει και πώς λειτουργεί η κοινωνία και πώς λειτουργούν οι άνθρωποι αυτής της κοινωνίας στην Ελλάδα. Οπότε λειτουργεί η ταινία αυτόματα ως μια αντανάκλαση του ελληνικού πορτρέτου, ως ένα πορτρέτο της ελληνικής κοινωνίας.

Ποια είναι η βασική θεματική που θέλεις να αναδείξεις μέσα από την ταινία;

Η ταινία αγγίζει διάφορες θεματικές, όλες πάνω στην ελληνική κοινωνία, που αποτελείται από τους ανθρώπους της. Ο σκοπός μου είναι αυτή η ταινία να συγκινήσει κάποιους ανθρώπους, ώστε να μπουν σε μια διαδικασία να το σκεφτούν λίγο, να το αναλύσουν.

Δεν χρειάζεται να τους αρέσει σαν ταινία, αλλά αν μπορέσει και είναι δυνατόν να τους συγκινήσει και να τους βάλει σε μια διαδικασία να σκεφτούν και να αναρωτηθούν λίγο το σκεπτικό τους.

Πόσο χρόνο σου πήρε για να ολοκληρώσεις το σενάριο, Ραφαήλ;

Δύο μέρες.

Υπήρξαν δυσκολίες/προκλήσεις μετέπειτα σε ό,τι αφορά τη σκηνοθεσία της ταινίας για εσένα;

Δυσκολίες δεν θα το πω. Προκλήσεις, ναι, υπήρχαν, καθώς δεν έχω εμπειρία σε επαγγελματικά γυρίσματα. Είχα πάρα πολύ καλή, δεν το περίμενα· μου το είπαν οι άνθρωποι που δούλευαν εκεί πέρα και που ήταν επαγγελματίες χρόνια, ότι ήξερα πολύ καλά τι θέλω.

Οπότε μετέπειτα οι δυσκολίες ήταν στην απειρία που είχα σε κάποια τεχνικά πράγματα, τα οποία οι άνθρωποι που δούλεψαν πίσω και μπροστά από την κάμερα βοήθησαν όλοι οι επαγγελματίες, ώστε να έρθει αυτό το αξιόλογο αποτέλεσμα.

Μίλησέ μας για το cast, για τους ανθρώπους που συμμετέχουν σε αυτή σου την προσπάθεια.

Συμμετέχουν στην ταινία μικρού μήκους ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, με τον οποίο βρεθήκαμε διαδικτυακά και του ζήτησα να διαβάσει ένα σενάριο που έχω γράψει. Τον ενδιέφερε, μιλήσαμε στο τηλέφωνο και κανονίσαμε να βρεθούμε και να κάνουμε τα γυρίσματα στην Αθήνα.

Μετά είναι ο Μίλτος Πασχαλίδης, ένας πολύ ευγενικός και καλός άνθρωπος. Ο Απόλλων Σαρρής, βραβευμένος με διάκριση στο Φεστιβάλ Δράμας, τον οποίο βρήκα μέσω ενός κοινού γνωστού, όταν έκανα το κάστινγκ και τον έψαχνα, γιατί είχα γράψει έναν ρόλο για τον συγκεκριμένο ηθοποιό.

Ο Αθηναγόρας Χατζηγεωργίου, φίλος μου (κολλητός), με τον οποίο κάναμε όλα τα προηγούμενα ταινιάκια και είμαστε και εδώ μαζί. Είναι η Κωνσταντίνα Αναγνώστη, η οποία ζει στη Ρόδο, είναι στο θεατρικό εργαστήρι του Μάνου Κατράκη, και μέσα από τη διαδικασία του κάστινγκ ήταν αυτή που ταίριαξε περισσότερο στα χαρακτηριστικά και στις ερμηνευτικές επιλογές που έπρεπε να υποδυθεί.

Πρώτη προβολή της ταινίας στις 23 Μαρτίου, δηλαδή την προσεχή Δευτέρα, σωστά;

Σωστά. Αυτό θα γίνει στον κινηματογράφο «Δαναός» της Αθήνας στις 7 το απόγευμα, θα είναι μια κλειστή πρεμιέρα, μόνο με προσκλήσεις.

Στη Ρόδο η ταινία θα έρθει στις 3 Απριλίου, με μια όμορφη εκδήλωση στον χώρο του κινηματογράφου «Παλλάς», και θα συνεχιστούν οι προβολές για ακόμη δύο μέρες, στις 4 και 5 Απριλίου.

Εσύ ως δημιουργός αυτής της ταινίας, τι θα ήθελες να κρατήσει ο θεατής μέσα από την προβολή της;

Θα ήθελα να μη βγει αόριστος. Να βγει και να ξέρει ότι αυτό που είδε του άρεσε ή ότι αυτό που είδε δεν του άρεσε. Θα είναι αποτυχία για μένα να βγει κάποιος και να πει ότι αυτό που είδε του φάνηκε αδιάφορο. Προτιμώ να πει ότι δεν του άρεσε.

Υπάρχουν σκέψεις, σχέδια για συμμετοχή σε κάποιο φεστιβάλ;

Υπάρχουν, δεν θα πω σχέδια, υπάρχουν όνειρα για συμμετοχή σε φεστιβάλ. Υπήρχε μια επικοινωνία μάλιστα με κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι ενδιαφέρθηκαν από μόνοι τους, κάποιοι διοργανωτές του εξωτερικού, Έλληνες, για συμμετοχή της ταινίας στο φεστιβάλ. Ακόμη δεν μας έχουν δώσει απάντηση, έχουμε κάνει τις αιτήσεις και περιμένουμε να δούμε αν το αποτέλεσμα αυτό θα αρέσει στις επιτροπές.

Ποια είναι τα επόμενά σου βήματα μετά από τις «Ματωμένες Παρτιτούρες»; Σκέφτεσαι ίσως μια ταινία μεγάλου μήκους;

Μετά τις «Ματωμένες Παρτιτούρες» θα κάνω ένα μικρό διάλειμμα για να περάσει αυτή η περίοδος που ταλαιπωρεί, που λέγεται Πανελλήνιες. Και μετά, τα σχέδιά μου, αν και δεν είναι ξεκάθαρα στο μυαλό μου, είναι ξεκάθαρο ότι θα κάνω ταινία μεγάλου μήκους. Στο κεφάλι μου έτσι το έχω. Δεν έχω σκεφτεί ούτε σενάριο ούτε αν θα στοχεύσω να γίνει με κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους. Και απλά ονειρεύομαι ότι μετά τις «Ματωμένες Παρτιτούρες» και μετά τις Πανελλήνιες θα ξεκινήσω πάλι να κάνω αυτό που αγαπάω και να το κάνω σε αυτό που θέλω, που είναι μεγάλου μήκους ταινίες, και να ξεκινήσω κι εγώ να κάνω αυτές τις όμορφες παραγωγές.

Ποια είναι η πιο δυνατή σου εικόνα που έχεις κρατήσει μέσα σου από όλο αυτό το μέχρι τώρα «ταξίδι» που έχεις κάνει μέσα από την τέχνη σου, Ραφαήλ;

Σε αυτό το μικρό «ταξίδι», αυτό που έχω κρατήσει είναι ότι όλα περνάνε. Ότι σήμερα είναι δυσκολία, αύριο δεν είναι. Και αν το πιστεύεις πραγματικά και θέλεις να το κάνεις, πρέπει να αποδεχθείς ότι η δυσκολία είναι εκεί, θα περάσει με επιμονή και αύριο θα είναι μεγαλύτερη μέρα.

Υπάρχουν σίγουρα πολλές ευχαριστίες για αυτά που μέχρι τώρα έχεις πετύχει σε ανθρώπους που σε στήριξαν και σε βοήθησαν. Κλείνοντας, θα ήθελα να ρωτήσω αν υπάρχει κάποιο «ευχαριστώ» που δεν έχεις ακόμη πει και σε ποιον.

Θα πω πολλά ευχαριστώ τη Δευτέρα που μας έρχεται. Αλλά θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ από εδώ, που μπορεί να μην το πω τη Δευτέρα, σε όλους τους δασκάλους μου. Από μικρό παιδί στο νηπιαγωγείο, από ΚΔΑΠ τον κύριο Ηλία, από τη φιλαρμονική με τον κύριο Μαλωίνα, από τα μαθήματα του κυρίου Τζεδάκη.

Γιατί όλοι μας είμαστε άνθρωποι και ο κάθε άνθρωπος λειτουργεί σαν τον μέσο όρο των ανθρώπων με τους οποίους συναναστρέφεται. Και οι γονείς μας και οι δάσκαλοί μας είναι τα πρότυπά μας που χαράζονται στο DNA μας. Οπότε θέλω να ευχαριστήσω αυτούς τους ανθρώπους που έβαλαν και αυτοί το λιθαράκι τους — όχι σε εμένα, δεν θέλω να το πάρω πάνω μου — αλλά να μου δώσουν μια παραπάνω αυτοπεποίθηση στο να πιστεύω περισσότερο στα όνειρά μου και στον εαυτό μου.

rodiaki

Share This Article