Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες

News Room
39 Min Read

Τον αποκαλούσαν «Καπετάνιο». Το προσωνύμιό του δεν ήταν διακοσμητικό. Περιείχε μέσα του θάλασσα, πλοίο, πλήρωμα, ευθύνη, πειθαρχία, διαταγές, φουρτούνες, μπούσουλα και ρίσκο. Κι αυτός ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε το πηδάλιο. Στο πρόσωπό του συντάθηκαν η οικονομική δύναμη, η οικογενειακή ισχύς, το δημόσιο κύρος, η κοινωνική επιρροή.

Δεν χρειαζόταν να εξηγεί ποιος ήταν. Δεν ζητούσε να γίνει αποδεκτός ή υπολογίσιμος. Αρκούσε πέρα από το πασίγνωστο, επιχειρηματικά επιτυχημένο επίθετό η ακλόνητη πεποίθηση του να κυβερνά στη σωστή ρότα.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες
Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης με όλα του τα αδέρφια και τη μητέρα τους – Από αριστερά ο Βαρδής, ο Παύλος, η μητέρα τους Χρυσή, ο Νίκος, ο Γιώργος και δεξιά ο Θόδωρος

Στα σπάργανα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου ανέλαβε την ιδιοκτησία ενός μεγάλου συλλόγου. Αποχώρησε από αυτόν μετά από 21 χρόνια ως ο μακροβιότερος πρόεδρος στην ιστορία, ο όποιος έβαλε τη δική του υπογραφή σε μια ολόκληρη εποχή.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες
Με τον αδερφό του Βαρδή Βαρδινογιάννη

Τη σφράγισε στα καλά και στα άσχημα της με τη δική του παθιασμένη παρουσία. Κι αυτή τη μνήμη του διατηρεί ανεξίτηλη μέχρι σήμερα η εξέδρα.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες
Με τον ανιψιό του Γιάννη Βαρδινογιάννη σε μία από τις τελευταίες του εμφανίσεις στο γήπεδο

Η ίδια που υποτίθεται τα θυμάται όλα και συνήθως ξεχνά τα πάντα δεν μπορεί να λησμονήσει πως ως τα βαθιά του γεράματα έδινε ευθυτενής με βροχές και λιοπύρια το παρών στη κερκίδα του γηπέδου της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Σαν να ήθελε να δικαιώσει μέχρι το τέλος τη Κρητική φράση «τον λεβέντη τον κάνει η ψυχή του».

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες
Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης με ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού στις αρχές της δεκαετίας του 1990

Το προσωπικό του ύφος προξενούσε διαφορετικές αναγνώσεις. Προκαλούσε πότε κύματα λατρείας και άλλοτε παφλασμούς βαθιάς αντιπαλότητας. Το κοφτό, αυστηρό, επιβλητικό και συνάμα απόμακρο στυλ του με τις μεστές ακριβοζυγισμένες κουβέντες συχνά παρεξηγήθηκε. Από φίλους και εχθρούς.

Καθώς δεν έδινε συνεντεύξεις, δεν προέβαινε σε μακροσκελείς δηλώσεις και σχόλια τον ερμήνευαν ως θυελλώδη, παρορμητικό, άκαμπτο, ισχυρογνώμονα και σκληροτράχηλο χαρακτήρα. Λίγοι γνώριζαν ότι υπήρξε ένας ευαίσθητος, αλληλέγγυος και βαθιά συμπονετικός άνθρωπος που βοήθησε γενναιόδωρα αρκετό κόσμο και κοσμάκη. Δεν επέτρεπε κι ο ίδιος εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης.

Τηρούσε ανέκαθεν χαμηλό προφίλ. Προστάτευε διακριτικά τη δημόσια εικόνα του με τη πανοπλία του απρόσιτου. Ο πολύς κόσμος έμαθε να αναγνωρίζει τo λιπόσαρκο νεανικό σκαρί του, με τη φορές λεβέντική μουστάκα, όχι από τις κοσμικές στήλες εφοπλιστικών δεξιώσεων, αλλά στις κερκίδες των γηπέδων. Εκεί που η φιγούρα του στεκόταν ανάμεσα στους θερμόαιμους φιλάθλους, ντυμένος στη πένα, πάντα με κοστούμι και γραβάτα, τσιγάρο στο στόμα, πακέτο, αναπτήρα και κομπολόι στα χέρια.

Δεν έλειψαν οι φορές που στην έξαψη της στιγμής σκαρφάλωνε στα κάγκελα, έκανε ντου στον αγωνιστικό χώρο, μπούκαρε στα αποδυτήρια, τα βάζε έξω φρενών με αστυνομικούς, διέσυρε ανοιχτά όταν τον έπνιγε το δίκιο «στραβούς», κακόπιστους και προκατειλημμένους διαιτητές. Παρόλες τις αφορμές δεν του αφαιρέθηκε πότε η φίλαθλη ιδιότητα. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν ο αδιάφορος άνθρωπος που μπορεί να δείχνει ισχυρός επειδή δεν τον αγγίζει τίποτα.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης φάνταζε και ήταν ισχυρός ακριβώς επειδή τον άγγιζαν πολλά. Και δεν είχε πρόθεση να τα κρύψει. Θύμωνε, επέμενε, συγκρουόταν. Η δύναμή του δεν ήταν η ψυχρότητα. Ήταν η ένταση, η παλικαριά, η περηφάνια, γιατί όχι και η Κρητική κουζουλάδα. Ποτέ, όμως δεν χειρονόμησε απειλητικά εναντίον όσων τον προκαλούσαν ούτε έσυρε το «σιδερικό» που είχε ζωσμένο στη μέση. Άδικα τον κατέκριναν μυθολογώντας ότι τράβηξε κουμπούρι εν βρασμώ για εκφοβισμό σε δημόσια θέα. Το πιστόλι, πέρα από διαχρονικό εξάρτημα της κρητικής κουλτούρας οπλοκατοχής, το είχε εφοδιαστεί νόμιμα με επίσημη άδεια για αυτοάμυνα.

Κάνεις, άλλωστε δεν ξεχνούσε ότι η τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη» αποπειράθηκε το 1990 να δολοφονήσει τον αδελφό του Βαρδή με παγιδευμένο με εκρηκτικά αυτοκίνητο εκτοξεύοντας τρεις ρουκέτες εναντίον του με μπαζούκα. Αυθαίρετα, λοιπόν, αν όχι μεροληπτικά, του είχε κολλήσει η στήλη του «αποδυτηριάκια» της εφημερίδας «Φίλαθλος» το παρατσούκλι «Ρίγκο». Δεν υπήρξε, ούτε διανοήθηκε ποτέ να υποδυθεί τον εκδικητικό πιστολέρο. Στη συνείδηση της πλειονότητας της κοινής γνώμης ήταν καταχωρισμένος με το ισόβιο προσωνύμιο «καπετάνιος». Τίτλος, βαθμός, αξίωμα, τέλος πάντων, που δεν αποδίδεται με φήμες και δημοσιεύματα στο κατάστρωμα και τη γέφυρα ενός πλοίου.

Εξάλλου, ο ίδιος υπήρξε ο 30ετης παράτολμος πλοίαρχος του δεξαμενόπλοιου «Arietta Venizelos» (αναφέρεται και ως «Ioanna V») που έγινε το 1966 υπαίτιος για το ιστορικό «σπάσιμο» του εμπάργκο στη Ροδεσία, τη σημερινή Ζιμπάμπουε. Αψήφησε, τότε, τις κυρώσεις του ΟΗΕ και τις περιπολίες του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού που εμπόδιζαν τη ροή πετρελαίου από το λιμάνι Μπέιρα της Μοζαμβίκης και το μετέφερε στην διεθνώς αποκλεισμένη Αφρικανική χώρα. Η ριψοκίνδυνη αυτή επιχείρηση απέφερε σημαντικά κέρδη στον αναπτυσσόμενο τότε Όμιλο Βαρδινογιάννη. Τον επόμενο χρόνο η χούντα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα απέταξε τον ανώτατο αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού αδελφό του Βαρδή και τον εξόρισε, λόγω αντιστασιακής δράσης στο δικτατορικό καθεστώς στην Αμοργό.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες

Το 1973 πέθανε και ο αδελφός του Νίκος, πρώην κυβερνήτης υποβρυχίων που παραιτούμενος από Σώμα είχε θέσει ως οραματιστής τις βάσεις για τον επιχειρηματικό κολοσσό της οικογένειας Είχε έρθει πλέον η ώρα για τον ίδιο, διπλωματούχο τη σχολής εμποροπλοιάρχων του Σαουθάμπτον της νότιας Αγγλίας να παρατήσει την ενεργό δράση στις θάλασσες και να συμμετέχει δραστήρια στη διοίκηση της ΣΕΚΑ (Σταθμός Εφοδιασμού Πλοίων στους Καλούς Λιμένες Κρήτης). Η εταιρεία αυτή, που ξεκίνησε ως κοινοπραξία της οικογενείας Βαρδινογιάννη με την Mobil και τον Αριστοτέλη Ωνάση, αποτέλεσε το θεμέλιο λίθο για την μετέπειτα ίδρυση της Motor Oil. Έμελλε στο Γιώργο, το έκτο από τα οκτώ παιδιά του Γιάννη Βαρδινογιάννη και της Χρυσής, τα γένος Θεοδωρουλάκη, από την Επισκοπή Ρέθυμνου, να ανταμειφτεί για όσες επιβραβεύσεις μάλλον δεν του χάρισαν τα θαλασσοδαρσίματα στη ποντοπόρα ναυτιλία. Η αποδοχή της αξίας του θα γινόταν στη στεριά. Και μάλιστα στα ποδοσφαιρικά γήπεδα.

Θρυλείται πως εκείνο το καλοκαιρινό μεσημέρι του Ιουνίου 1979 στην ναυτιλιακή λέσχη του Πειραιά, σε μια παρτίδα τάβλι ανάμεσα στου εφοπλιστές και κουμπάρους Σταύρο Νταϊφά και Γιώργο Βαρδινογιάννη μπήκε ένα στοίχημα. Ο κερδισμένος, λέγεται, θα έπαιρνε την ερυθρόλευκη ομάδα του Πειραιά. Ήταν η εποχή που το ελληνικό ποδόσφαιρο γινόταν από ερασιτεχνικό επαγγελματικό και τα ερασιτεχνικά ως τότε σωματεία μετατρέπονταν σε ανώνυμες εταιρίες. Στη τελευταία ζαριά της παρτίδας εικάζεται πως κέρδισε ο Νταϊφάς. Η σκηνή αναφέρεται σε ένα γοητευτικό αστικό μύθο που δεν έχει καμία σχέση με τη πραγματικότητα. Ο Νταιφάς ήταν επί πολλά χρόνια ιστορικό μέλος του Ολυμπιακού, ο οποίος περίμενε μια ισχυρή εφοπλιστική ιδιοκτησία για να αναβιώσει τη θρυλική περίοδο της προεδρίας του Νίκου Γουλανδρή. Ο Βαρδινογιάννης, πάλι, ήταν από νωρίς φίλαθλος του Παναθηναϊκού.

αποθέωση καπετάνιου στον τάφο

Από τα νεανικά του χρόνια παρακολουθούσε αγώνες της ομάδας του τριφυλλιού συνεπαρμένος από τις αθλητικές επιδόσεις του απροσπέλαστου αμυντικού συμπατριώτη του, από το Άνω Μέρος Ρεθύμνου, Κώστα Λινοξυλάκη. Στα μέσα της δεκαετίας του 70, μετά τη εποποιία της ομάδας ως τον ευρωπαϊκό τελικό του Γουέμπλεϊ στο Λονδίνο, αγόραζε καμιά δεκαριά εισιτήρια διαρκείας τα οποία διέθετε σε συγγενείς και συνεργάτες. Ο ίδιος, ως εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών για δύο συνεχόμενες θητείες κατά τις περιόδους 1975–1978, ήταν σχετικά άγνωστος στα επίσημα της Θύρας 3 του γηπέδου της Λεωφόρου. Καθόταν ανάμεσα στο πολίτικο, μετέπειτα πρόεδρο της Βουλής Αθανάσιο «Νανά» Τσαλδάρη και το μουσικοσυνθέτη Γιώργο Κατσαρό. Παραδίπλα ο ποινικολόγος Αλέξανδρος Λυκουρέζος και ο δημοσιογράφος Φρέντυ Γερμανός.

Στην αποκάτω σειρά της κερκίδας έδιναν αδιαλείπτως το πάρων στα όντος έδρας ματς οι Νίκος Κούρκουλος, Γιάννης Πάριος, Σταμάτης Κόκοτας κ.α. Ελάχιστοι από εκείνους τους παρευρισκόμενους εφοπλιστές, επιχειρηματίες καλλιτέχνες, πολιτικούς στη κερκίδα φαντάζονταν τότε ότι συναναστρέφονταν το επόμενο μεγάλο αφεντικό της ομάδας. Ο ίδιος και η οικογένεια του, ωστόσο, ήταν «ψημένοι» για την αποφασιστική κίνηση.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες

Ο Ιωάννης Κασιμάτης, Έλληνας από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, πάμπλουτος ιδιοκτήτης της Agip Oil και Γενικός Γραμματέας του πράσινου συλλόγου με προσωπική σχέση τόσο με το τον Νίκο όσο και το Βαρδή Βαρδινογιάννη, είχε στρώσει επιδέξια το έδαφος για την ανάληψη της ιδιοκτησίας της ομάδας. Με λευκή επιταγή στις 17 Ιουλίου 1979 η οικογένεια Βαρδινογιάννη αγόρασε με κεφαλαίο άνω των 103 εκατομμυρίων δραχμών το πλειοψηφικό πακέτο της ΠΑΕ Παναθηναϊκός. Εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ τα αδέλφια Βαρδινογιάννη γιόρτασαν την αλλαγή σελίδας στην ιστορία της ομάδας σε παραδοσιακό κουτούκι του Πειραιά.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες
Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης συνοδεύει την κόρη του Χρυσή στον γάμο της με τον Νικόλαο Ντε Γκρες

Η αιφνιδιαστική κίνηση τους άφησε σύξυλο τον επίδοξο ιδιοκτήτη, ιστορικό στέλεχος του ερασιτέχνη Παναθηναϊκού και πατριάρχη της ομάδας μπάσκετ του συλλόγου Παύλο Γιαννακόπουλο.

Στα επόμενα χρόνια οι αδελφοί Γιαννακόπουλοι, που θεωρούσαν πραξικόπημα την ανάληψη του μετοχικού πακέτου από τους αδελφούς Βαρδινογιάννη, μόλις μισή ώρα πριν από την εκπνοή της προθεσμίας των προεγγραφών, βρέθηκαν μεταξύ τους σε αντιπαράθεση, χωρίς, είναι αλήθεια, οξύτητες.

Στις εκδηλώσεις των οπαδών του «Τάφου του Ινδού» καθώς και στις αντίστοιχες των οπαδών της «Θύρας 13», δεν συμμετείχαν οι  πρόεδροι του μπάσκετ και του ποδοσφαίρου του ίδιου συλλόγου.

Εξαιτίας της πραότητας του Παύλου και τη μεγαθυμία του Γιώργου οι διαμάχες καταλάγιασαν. Όταν το μπασκετικό τμήμα τον Απρίλιο 1986 κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδος, νικώντας τον Ολυμπιακό μέσα στο ΣΕΦ, βάζοντας τέλος σε μια περίοδο ανομβρίας τίτλων, στα επινίκια στα μπουζούκια Γιαννακόπουλος και Βαρδινογιάννης «έθαβαν» πλέον ο ένας τον άλλο κάτω από τόνους λουλουδιών. Οι αντιζηλίες δεν εξατμίστηκαν, αλλά τα πράγματα βαθμιαία εξομαλύνθηκαν ανάμεσα τους στο όνομα του ενιαίου Παναθηναϊκού. Η αρχοντιά αμφότερων δεν επέτρεπε μικρότητες.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες
Με τον Παύλο Γιαννακόπουλο

Από εκείνα τα φεγγάρια των πρώιμων 80ς ξεκίνα η αφιέρωση όλης της ενεργητικότητας του 42χρονου, τότε Γιώργου Βαρδινογιάννη στη ομάδα. Ήταν στα ντουζένια του. Είχε ήδη παντρευτεί μετά από σφοδρό έρωτα την Πειραιώτισσα Αγάπη Πολίτη, θυγατέρα του παλιού τερματοφύλακα του Ολυμπιακού Νίκου Πολίτη. Μια εντυπωσιακή καλλονή με γαλάζια μάτια, καστανά μαλλιά, και την αθλητική κορμοστασιά της πρώην βολεϊμπολίστριας. Το ταιριαστά όμορφο ζευγάρι θα αύξανε την ευτυχία του με τον ερχομό των τριών παιδιών τους, του Νίκου, του Παύλου και της Χρυσής. Καλυμμένος συναισθηματικά, για τα οικονομικά δεν χωρούσε συζήτηση, ο πρώτος πρόεδρος της ΠΑΕ Παναθηναϊκός αφοσιώθηκε έκτοτε, δυναμικά με υγιή ρομαντισμό «ψυχή τε σώματι» στην ομάδα. Ταυτίστηκε με ζήλο σαν καπετάνιος στο καράβι του.

Αυτός «έτρεχε» το σύλλογο σε καθημερινή βάση. Έκανε αρχικά όλες τις δουλειές με τις όποιες ασχολούνται σήμερα οι ακριβοπληρωμένοι επαγγελματίες μάνατζερ. Ήταν άτυπος τεχνικός διευθυντής και ανιχνευτής ταλέντων. Έκλεινε αυτοπροσώπως μεταγραφές χωρίς ενδιάμεσους μεσάζοντες. Είχε ενσωματώσει το ρόλο του διευθυντή επικοινωνίας, διατηρώντας τις επαφές με ΓΓΑ-ΕΠΟ-ΕΠΑΕ. Αργότερα  θα προσλάμβανε στις σεζόν 82-86 ως υπεύθυνη του γραφείου Τύπου και επικοινωνίας τη δημοσιογράφο, μετέπειτα βουλευτή του ΚΚΕ, Λιάνα Κανέλλη. Τότε που με περισσό χουβαρνταλίκι ο πρόεδρος στο έκτος ματς για το Κύπελλο Πρωταθλητριών τον Μάρτιο το 1985 στο τη Γκέτεμποργκ, κερνούσε όλη την «κατεψυγμένη» επίσημη κερκίδα των Σουηδών με άφθονα μπουκάλια ουίσκι και βότκας για να ζεσταθεί. Πεισματάρης και οραματιστής υπήρξε προσηλωμένος στην ανάπτυξη των ακαδημιών και το σύγχρονο οργανωμένο ποδοσφαιρικό μοντέλο. Υποστήριζε πως οι ομάδες χτίζονται, δεν αγοράζονται Πρωτοπόρος, υλοποίησε τη κατασκευή του διεθνών προδιαγραφών προπονητικού κέντρου στην Παιανία από το 1980 κιόλας. Το επίτευγμα κόστισε τεράστια ποσά για τα δεδομένα της εποχής, αλλά ανταποκρίθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στη ιδέα που του είχε δώσει ο παγκόσμιος πρωταθλητής με την Αγγλία το 1966, Σερ Αλ Ράμσεϊ, τον οποίο είχε φέρει ως τεχνικό σύμβουλο.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες

Ξεκινούσε, εκείνη τη εποχή των πρώιμων 80ς «βολίδα» με τη Mercedes-Benz 450SL του από την έδρα της «Βαρνίμα» στο Πειραιά ή τα διυλιστήριο της Motor Oil στους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας για να φτάσει κάθε Παρασκευή στο μικρό γραφειάκι της οδού Αρματολών και Κλεφτών, στο γήπεδο της Λεωφόρου . Εκεί συσκεπτόταν με τον εκάστοτε προπονητή εν όψει του επερχομένου ματς του Σαββατοκύριακου. Μετά οδηγούσε «καρφί» ως το ξενοδοχείο Γκραν Σαλέ στη Πολιτεία για να παίξει τάβλι με τη παρέα του. Κάθε Τρίτη πρωί γινόταν η καθιερωμένη απολογιστική σύσκεψη του ίδιου, του Βαρδή που αποτελούσε το σταθερό οικονομικό στήριγμα της ομάδας στο παρασκήνιο και του κάθε φορά προπονητή στα γραφεία των εταιρειών της οικογενείας στη οδό Καραγεώργη Σερβίας στο Σύνταγμα. Πέρασαν από εκεί 21 προπονητές, όσα και τα χρόνια θητείας του Γιώργου Βαρδινογιάννη στο προεδρικό πόστο της ομάδας. Κάποιους προπονητές καθώς και μερικούς παίκτες έκρινε βιαστικά ή αδίκησε. Για το αφεντικό της ομάδας όλα γίνονταν υπέρ του συμφέροντος του συλλόγου. Ανήκε έξαλλου σε εκείνη τη παστά των ανθρώπων που δεν έμαθαν να ζητούν δημόσια συγγνώμη για τα λάθη ή τις παραλείψεις τους. Η συντριπτική, όμως, πλειονότητα όσων κατά καιρούς συνεργάστηκαν μαζί του έπιναν νερό στο όνομα του και αναφέρονταν στο πρόσωπό του με κολακευτικά λόγια.

Ποιος θα είχε κακή κουβέντα για ένα αφοσιωμένο πρόεδρο που για τις ανάγκες της στιγμής, είχε αναλάβει μερικές φορές μέχρι και τα χρέη προσωρινού ιματιστή ή πρόχειρου μασέρ. Ο ίδιος ποτέ του δεν απογοητεύτηκε, παρότι από την ανάληψη της ηγεσίας της ομάδας, πέρασαν τέσσερα χρονιά ως τη σεζόν 1983–1984 για να κατακτήσει με  προπονητή τον Γιάτσεκ Γκμοχ το πρώτο του πρωτάθλημα Ελλάδας. Στη δεκαετία, άλλωστε, του 80 η ομάδα κατέκτησε μόνο δυο πρωταθλήματα. Την ίδια περίοδο ακριβώς που του καταλόγιζαν παντοδυναμία στα εγχώρια ποδοσφαιρικά δρώμενα. Εκείνα τα χρονιά οι αντίπαλοι του προσήπταν προνομιακές σχέσεις με τους πολιτικά «πράσινους», αλλά ταυτόχρονα με ομόχρονα φίλαθλα αισθήματα σαν τον ΓΓ. Αθλητισμού Κίμωνα Κουλούρη και τον αντιπρόεδρο της ΕΠΟ Νίκο Ζουμπογιώργο. Στα ιδρυτικά στελέχη του κυβερνώντος πια ΠΑΣΟΚ επέρριπταν προπαγανδιστικά ότι δήθεν έκαναν όλα τα χατίρια στον Βαρδινογιάννη.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες

Ο ίδιος άκουγε τις κακολογίες βερεσέ. Πρώτο γιατί δεν ίσχυαν, δευτερευόντως επειδή προέρχονταν από τύπους που λογάριαζαν το μπόι τους ίσα με τη σκιά τους. Αποσκοπούσε να εμπεδώσει με τη πυγμή του «DNA πρωταθλητισμού» στη ομάδα. Δεν ήταν καθαρά προσωπική γραμμή του αλλά προϊόν της γενικότερης στρατηγικής του οικογενειακού ομίλου. Αρκετά χρόνια αργότερα σε ήσυχο, περισσότερο λαϊκό παρά εξεζητημένο, στέκι στο Χαλάνδρι, ύστερα από μερικά ουίσκι, εκμυστηρευόταν νηφάλια και με ειλικρίνεια σε ιδιωτική συνομιλία με φιλική παρέα πως «εγώ δεν μπήκα το 1979 για να εκμεταλλευθώ τον Παναθηναϊκό και να φτιάξω όνομα. Μπήκα από μεράκι, εις βάρος της οικογένειάς μου και της δουλειάς μου». Συμπλήρωσε πως «εγώ έπαιζα πάντα καθαρά».

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες

Πρόσθεσε ακόμη ότι «στα ίσια αναμετριόμουν με το ΟΦΗ, την ομάδα που στήριζε και χρηματοδοτούσε ο πολυαγαπημένος μικρότερος αδελφός μου Θόδωρος χωρίς να λογαριάζω οικογενειακές συμμαχίες. Τίμια έχασα ένα πρωτάθλημα από τη Λάρισα αν και στο μεταξύ μας ματς ένας ποδοσφαιριστής της ήταν ντοπαρισμένος. Δικαία πήρε πρωτάθλημα ο ΠΑΟΚ αφού με υποχρέωσε σε ισοπαλία ο ήδη καταδικασμένος σε υποβιβασμό Πιερικός». Ήταν μια εξομολόγηση που ακύρωνε τη θεωρούμενη παντοκρατορία του στο εγχώριο πρωτάθλημα. Και ταυτόχρονα αναιρούσε τη, δίχως άλλο, ξιπασμένη δήλωση του «θα φυλακίσω το πρωτάθλημα στην Παιανία» μετά το θριαμβευτικό νταμπλ του 1996 και τη παράλληλη ευρωπαϊκή διάκριση με τη πρόκριση της ομάδας στους «4» του Τσάμπιονς Λιγκ.

Δεν έλειπε καμιά φορά η έπαρση ούτε η φιλοδοξία και κυρίως δεν απουσίαζαν για την εκπλήρωση των στόχων τα απαραίτητα λεφτά από τον επικεφαλής της ΠΑΕ. Διέθετε, όμως, ηθικά ζύγια στο μεράκι του να αναδιαμορφώσει την ομάδα σε μοντέρνα πρότυπα ως ευρωπαϊκό κλαμπ υψηλού επιπέδου προκειμένου να ξεφύγει από τα μίζερα ντόπια ποδοσφαιρικά σύνορα. Δεν καλόπιασε ποτέ τους οργανωμένους ούτε τους έκανε τα χατίρια. Αντίθετα συγκρούστηκε έντονα μαζί τους. Άνοιξε κόντρα, προσπάθησε να πατάξει τη μαύρη αγορά των εισιτηρίων, να αποβάλλει τον χουλιγκανισμό, να διαλύσει τις νεοαναζιστικές συμμορίες που φώλιαζαν στη κερκίδα Κατάργησε, άκομψα ίσως, εξαιτίας κάποιων επεισοδίων στην εξέδρα όλους τους συνδέσμους, πλην της Θύρας 13, που θα γινόταν η σχετικά άχρωμη και άοσμη ΠΑΛΕΦΙΠ. Η αντίδραση έφθασε ακαριαία. Μοιραία σχεδόν ξεχάστηκαν με μιας από τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς τα κατορθώματα και οι τίτλοι της μέχρι τότε προεδρικής θητείας του. Τον κατήγγειλαν ως «σφικτοχέρη, τσιγκούνη, σπαγκοραμμένο» στις μεταγραφές που κατάφερε να αντικατάστησε το τριφύλλι στη φανέλα με το «καβούρι».

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες

Η εκ μέρους τους αχαριστία υπερέβαινε την υποκρισία. Αναζητούσαν σκοτεινά κίνητρα στην δική του ευεργεσία του συλλόγου Λες και δεν ήταν αυτός που έφερε στην ομάδα από τον αιώνιο αντίπαλο και έντυσε στα πράσινα τους Δεληκάρη, Κυράστα, Σαργκάνη, Γαλάκο, Αποστολάκη, Βαμβακούλα; Δεν αγόρασε, άραγε, τους Ζάετς, Σαραβάκο, Μπορέλι, Βαζέχα; Ποιος θα μπορούσε να ξεχάσει ότι έφερε από τη Μπόκα Τζούνιορς το 1979 τον Χουάν Ραμόν Ρότσα, ή αλλιώς τον δήθεν ομογενή δημότη Αιγάλεω «Μπουμπλή» προκειμένου να παρακαμφθεί ο περιορισμός των ξένων παικτών (το πολύ δύο τότε ), αντί του αστρονομικού για την εποχή ποσού του 2,5 εκατ. δολαρίων. Ο Βαρδινογιάννης, άλλωστε δεν ήταν ο πρώτος διδάξας των παράνομων ελληνοποιήσεων. Πέραν του ότι, για να κλείσει οριστικά η μεταγραφή, ανέλαβε με τα φορτηγά του στόλου του να μεταφέρει δωρεάν μια καραβιά αυτοκινήτων μάρκας Mitsubishi από την Ιαπωνία στο Μπουένος ‘Άιρες. Δεδομένου ότι το απαιτούσε για την παραχώρηση του παίκτη ο ιδιόκτητης της Αργεντίνικης ομάδας, ο όποιος τύγχανε εισαγωγέας οχημάτων.

Ή, μήπως, δεν προσπάθησε να φέρει στον Παναθηναϊκό μεγάλους ποδοσφαιρικούς σταρ; Το 1987, στη «Μυρτιά» τη γνωστή παλιά ταβέρνα στην περιοχή του Μετς, είχε σχεδόν «κλείσει» με υπέρογκο τίμημα τη μεταγραφή του Γκιόργκι Χάτζι. Είχε δώσει στο τραπέζι τα χέρια για τη συμφωνία με τον Βαλεντίν (Ντίνο) Τσαουσέσκου, το γιο του δικτάτορα Νικολάι που ουσιαστικά έλυνε και έδενε στο ρουμανικό ποδόσφαιρο. Είχε ακόμη φιλοξενήσει την οικογένεια του «Μαραντόνα των Βαλκανίων» στην Αθήνα επί ένα μήνα. Χώρια που το 1986, όταν στο τελικό της Σεβίλλης, η Στεάουα Βουκουρεστίου νίκησε την Μπαρτσελόνα και στέφτηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης, ο ίδιος δεν ήταν απλώς παρών στο γήπεδο, αλλά  και πανηγύρισε έξαλλα τη κατάκτηση του τροπαίου.

Ξόδεψε και μια ολόκληρη περιουσία για τους παίκτες της Ρουμανικής ομάδας, πληρώνοντας για μία εβδομάδα χλιδάτες διακοπές που δεν είχαν τολμήσει αυτοί ποτέ καν να ονειρευτούν. Κι όμως οι παραδόπιστοι παράγοντες της Στεάουα με τις πλάτες της φιλάργυρης κρατικής ομοσπονδίας έστειλαν τον κορυφαίο παίκτη στη Ρεάλ Μαδρίτης αντί 4,5 εκατ. δολαρίων Ένα χρόνο αργότερα ο Βαρδινογιάννης διαπραγματευόταν επίμονα την απόκτηση του Χρίστο Στόιτσκοφ. Η «ξελιγωμένη» Βουλγαρική ποδοσφαιρική ομοσπονδία τον παραχώρησε στη Μπαρτσελόνα του Κρόιφ έναντι ενός εκατ. δολαρίων. Ύστερα από μια περίπου δεκαετία επιθυμούσε σφόδρα να φέρει στην ομάδα το Νταβόρ Σούκερ της Ντίναμο Ζάγκρεμπ. Εικαζόταν πως στη δελεαστική οικονομική προσφορά του συμπεριλαμβανόταν στα ανταλλάγματα της μεταγραφής και η υπόσχεση για επισκευές μερικών τάνκερ του στόλου του ομίλου Βαρδινογιάννη στα ναυπηγία του Σπλιτ. Οι Κροάτες, τελικά, πούλησαν το σπουδαίο επιθετικό στη ισπανική Σεβίλλη.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες

Ήταν πασιφανές ότι παρά τη τεράστια οικονομική επιφάνεια και το διεθνές κύρος του Ομίλου, ο πρόεδρος της ΠΑΕ του τριφυλλιού δεν μπορούσε μόνος του να εγγυηθεί την αίγλη και την διεθνή αξιοπιστία του εγχώριου πρωταθλήματος. Είχε ήδη αναδυθεί στα ντόπια χώματα των γηπέδων η διαβόητη «παράγκα». Στα γραφεία τη οποίας, κάπου εκεί στο ύψος της διασταύρωσης της Ιεράς Οδού με την οδό Σπύρου Πάτση στον Βοτανικό, δεν πάτησε ποτέ το πόδι του . Παρά τους ισχυρισμούς περί που αντιθέτου από τους ενοικιαστές της αίθουσας, τους «πρίγκιπες» του Αιγάλεω, Θωμά και Βίκτωρα Μητρόπουλο.

Είχε πλέον μπει για τα καλά από τον Απρίλιο του 1993 στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο ο Σωκράτης Κόκκαλης αναλαμβάνοντας τις τύχες της ΠΑΕ Ολυμπιακός. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης αντιλήφθηκε ρεαλιστικά ότι είχε πλέον ως αντίπαλο για τα ποδοσφαιρικά πρωτεία ένα ισχυρό παίκτη. Στο πάρτι των 60ων, γενεθλίων της Άλικης Βουγιουκλάκη το 1994 στο «Λα Πλάγια» της Βούλας, εμφανίστηκε σφριγηλός και αισιόδοξος, συνοδεύοντας την ηθοποιό Άντζελα Γκερέκου – είχε ήδη χωρίσει φιλικά με την σύζυγο του Αγάπη.

Τίποτε δεν προοιώνιζε την άφιξη δυσάρεστων μαντάτων. Ο ξαφνικός θάνατος του Θεόδωρου Βαρδινογιάννη στις 21 Σεπτεμβρίου 1996 από οξύ καρδιακό επεισόδιο σε ηλικία μόλις 54 ετών συγκλόνισε βαθιά τον επικεφαλής του Παναθηναϊκού Αποτέλεσε ένα ισχυρό προσωπικό κτύπημα για τον ίδιο και συντριπτικό πλήγμα για όλη την οικογένεια. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης είχε πολύ στενή, προστατευτική και σχεδόν πατρική σχέση με τον κατά έξι χρόνια μικρότερο αδελφό του. Η απώλειά του τον βύθισε σε βαρύ πένθος. Έχασε το κέφι του , γεγονός που επηρέασε έμμεσα την ψυχολογική του διάθεση καθώς και τις μετέπειτα άμεσες ποδοσφαιρικές του αποφάσεις. Η αδόκητος χαμός του Θεόδωρου σαν να του αφαιρούσε την ψευδαίσθηση του άτρωτου καπετάνιου ενώ παράλληλα υπενθύμιζε στην οικογένεια τη σημασία της διαδοχής από την επόμενη γενιά. Πλησίαζε σταδιακά η παράδοση της σκυτάλης της ομάδας σε νεώτερα μέλη της οικογενείας. Εν τω μεταξύ το ποδοσφαιρικό τοπίο είχε ήδη αλλάξει και ο Παναθηναϊκός έκρινε ότι δεν αντιμετωπιζόταν ισότιμα στους αγώνες του πρωταθλήματος. Ήρθε στις 8 Δεκεμβρίου του 1996 εκείνο το αμφισβητούμενο, στην ουσία σκανδαλώδες πέναλτι που σφύριξε εις βάρος των πρασίνων ο διαιτητής Στράτος Παπουτσάκης, με το όποιο κρίθηκε το ντέρμπι με τον Ολυμπιακό υπέρ των ερυθρολεύκων.

Το κλίμα είχε αμετάκλητα στραβώσει. Ένα ακριβώς χρόνο αργότερα, την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 1997 ο πρόεδρος της ομάδας ανακοίνωσε στους εκπροσώπους των οργανωμένων οπαδών, ότι ο ΠΑΟ θα δώσει λύση στο φαινόμενο της βίας και των επεισοδίων στα γήπεδα με ομάδες περιφρούρησης. Υποχρέωνε κάθε σύνδεσμο να έχει δέκα άτομα περιφρούρησης που θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνα για ό, τι συνέβαινε στον χώρο ευθύνης του. Απειλούσε ακόμη με διάλυση κάθε σύνδεσμο του οποίου τα μέλη του θα προξενούσαν έκτροπα.

Είχε προηγηθεί το ντέρμπι της 1η Δεκεμβρίου όπου ο Ολυμπιακός κέρδισε στο ΟΑΚΑ 3-1 τον Παναθηναϊκό σε ένα ματς όπου οι πράσινοι έμειναν με 8 παίκτες μέσα σε λιγότερο από 10 λεπτά! Μετά το τέλος του αγώνα το γήπεδο μετατράπηκε σε πεδίο μάχης, με ξηλωμένα καθίσματα, ρίψη δακρυγόνων και συγκρούσεις σώμα με σώμα. Τα επεισόδια γενικεύτηκαν και έκτος γηπέδου καθώς είχε διαλέξει τη μέρα και την ώρα να κάνει ο ΗΣΑΠ στάση εργασίας. Τίποτε, όμως δεν κόπαζε την οργή των φανατικών οπαδών που απαιτούσαν από το Βαρδινογιάννη να μην αφήσει απροστάτευτη την ομάδα και να «πολεμήσει» το παρασκήνιο. Οι ισορροπίες, όμως, στο χώρο είχαν πια αλλάξει ραγδαία, ενώ ο διχασμός φούντωνε στις γραμμές των φιλάθλων του Παναθηναϊκού.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες

Είχε ξεσπάσει πόλεμος στρατοπέδων που θα δηλητηρίαζε τοξικά για χρόνια την ομάδα. Δυο μέρες μετά τις συμπλοκές στο ματς του κυπέλλου του ΠΑΟ με μια επαρχιακή ομάδα της Ορεστιάδας κόπηκαν στα αχανές ΟΑΚΑ , μόλις 168 μετρημένα εισιτήρια. Δεν ήταν πλέον θέμα προβληματισμού ή ευθιξίας της αξιοπρεπείας του προέδρου. Ο όποιος ενοχλούνταν, δεδομένου ότι είχε ρίξει ένα «σκασμό» εκατομμύρια στην ομάδα, όταν άκουγε στο ΟΑΚΑ το ειρωνικό σύνθημα «Καπετάνιο μην κάνεις μεταγραφές, είμαστε πλήρεις σε όλες τις γραμμές». Τον επέκριναν ότι δεν έφερνε έναν ηχηρό ποδοσφαιρικό σταρ. Αντ’ αυτού, τον κατηγορούσαν ότι η πανίσχυρη οικογένεια Βαρδινογιάννη επένδυε , αντικαθιστώντας το προηγούμενο κανάλι Κανάλι 29, το τηλεοπτικό σταθμό Star! Από την άλλη υπήρχε ισχυρή νηφάλια μερίδα οπαδών που στήριζε τις επιλογές της που δόξαζαν το σύλλογο. Το πράγμα πλέον κραύγαζε πως η παρτίδα σε συνθήκες ολοκληρωτικής ενδοοπαδικής ρήξης είχε χαθεί. Και δεν είχε καμία πιθανότητα αναστροφής. Το ξεχαρβαλωτικό χάος καραδοκούσε.

Για ένα άνθρωπο που έμοιαζε να πιστεύει ότι η αδυναμία που του αποδιδόταν, όταν αυτή εμφανίζεται δημόσια πολλαπλασιάζει τις συνέπειες, μάλλον καθυστέρησε. Θα περνούσαν δυόμισι χρόνια μέχρι τις 29 Μαΐου 2000, συμπτωματικά τη ημέρα της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453 από του Οθωμανούς, όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση να παραιτηθεί οριστικά από την προεδρία της ΠΑΕ. Η είδηση έγινε δεκτή με ανάμεικτες αντιδράσεις αιφνιδιασμού, ανακούφισης, αλλά και σκεπτικισμού με σημάδια έντονης ανησυχίας για το μέλλον του συλλόγου.

Η διαδοχή, ωστόσο ήταν μελετημένα δρομολογημένη από κοινού ανοίγοντας έναν νέο κύκλο για την οικογένεια στον σύλλογο. Τα το τιμόνι της ΠΑΕ αναλάμβανε ο ανιψιός του Γιάννης «Τζίγγερ» Βαρδινογιάννης, πρωτότοκος γιος του Βαρδή. Αρχικά με πρόεδρο τον Άγγελο Φιλιππίδη και αυτοπροσώπως από το 2004. Ο «Καπετάνιος» στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του σε μια φορτισμένη συνέντευξη Τύπου μόλις 15 λεπτών στις εγκαταστάσεις της Παιανίας, τόνισε απερίφραστα ότι «Φεύγω γιατί δεν συμβιβάστηκα». Υποδηλώνοντας την κάθετη άρνηση του να γίνει όμηρος του σκοτεινού παρασκήνιου που διαφέντευε εκείνα τα χρόνια το ελληνικό ποδόσφαιρο. Η περηφάνια που τον χαρακτήριζε τον ωθούσε στο να μην παραδίδεται. Πόσο μάλλον ανεχόταν να τον μειώνουν. Όχι σαν παράγοντα αλλά ως προσωπικότητα. Στράφηκε επίσης ευθέως κατά της Πολιτείας, δηλώνοντας ότι «έχει συνταγματική υποχρέωση να εποπτεύει το πρωτάθλημα» και κατήγγειλε αγέρωχα ότι όλοι οι αρμόδιοι φορείς σιωπούν φοβούμενοι το πολιτικό κόστος. Έφυγε με το κεφάλι ψηλά έχοντας εδραία εμπιστοσύνη στη παρακαταθήκη που παρέδιδε. Τη τροπαιοθήκη του συλλόγου στόλιζαν 6 πρωταθλήματα, 9 κύπελλα και 4 νταμπλ, 3 super cup, που κατακτήθηκαν επί των ημερών της προεδρίας του. Στα επόμενα δέκα χρονιά της παραζάλης , των παλινωδιών, της πολυμετοχικότητας, των αποχωρήσεων από το σχήμα της και των συλλαλητηρίων που ταλαιπώρησαν την ομάδα, ακόμη και μερικοί από τους πιο σφοδρούς επικριτές του άρχισαν να αναπολούν την εποχή της διοικητικής σταθερότητας και της οικονομικής ευταξίας του.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες
Με τον ανιψιό του Γιάννη Βαρδινογιάννη

Ο ίδιος λιτός και λακωνικός δεν έκανε ποτέ νύξη για τα εσωτερικά του συλλόγου. Μόνο όταν η το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της ομάδας μεταβιβάστηκε το Σεπτέμβριο του 2012 από την οικογένεια Βαρδινογιάννη στο Γιάννη Αλαφούζο, αρκέστηκε να δηλώσει «εγώ δεν κάνω δωρεά. Αρκετά… Το τσάμπα τελείωσε. Δεν είναι προς πώληση η Παιανία». Θα περνούσε περισσότερο από μια ντουζίνα χρόνια όταν συμφώνησε την πώληση στην ΕΠΟ του ιδιοκτησίας του 70 στρεμμάτων , αθλητικού Κέντρου της Παιανίας. Ένα έργο ζωής, καινοτόμο για το αθλητικό τοπίο της χώρας θα γινόταν πλέον το σπίτι των εθνικών ποδοσφαιρικών ομάδων και θα έφερε το όνομα του. Παρότι η οικογένεια Βαρδινογιάννη που διοίκησε την ομάδα για 33 χρόνια αποχώρησε οριστικά και αμετάκλητα από το σύλλογο, ο ίδιος συνέχιζε να πηγαίνει απαρεγκλίτως στο γήπεδο. Πότε για να χειροκροτήσει και άλλοτε να μοιρολογήσει το ξεπεσμό της αγωνιστικής λειτουργίας της αγαπημένης του ομάδας. Βίωνε κι αυτός με πικρία το μαρτύριο της να ταπεινώνεται χωρίς εγχώριες ή διεθνείς διακρίσεις στις διοργανώσεις που συμμετείχε. Ο τελευταίος τίτλος πρωταθλήτριας που κατάκτησε ήρθε με μια αναλαμπή επί πολυμετοχικότητας το 2010. Ο αμέσως προηγούμενος ανάγεται στο 2004, ενώ ο προγενέστερος χάνεται νοσταλγικά στην αχλή του μακρινού 1996, όταν ακόμη το κουμάντο στην ΠΑΕ το είχε ο «Καπετάνιος».

Γερή κράση, ανθεκτικός, αλύγιστος, θαλερός παρά τη ηλικία του, καθώς τα χρόνια περνούσαν αμείλικτα, δεν το βάζε κάτω. Πάππους πλέον δυο εγγονιών σύχναζε τακτικά με διαλεκτή παρέα σε καλαίσθητα στέκια των Βορείων προαστίων. Πριν καμία 20αρια χρόνια τον συνόδευε διακριτικά σε κοινωνικές συγκεντρώσεις η δυο φορές Ολυμπιονίκης του ακοντισμού Μιρέλλα Μανιάνι. Πριν δέκα, περίπου, χρόνια σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις με εξίσου χαμηλούς τόνους εμφανιζόταν μαζί του ηθοποιός και εγκληματολόγος Δήμητρα Σιγάλα. Παραβρισκόταν σε θεατρικές πρεμιέρες, φωτογραφιζόταν με τους πρωταγωνιστές, αναδεικνύοντας σε προχωρημένη ηλικία την ανεπιτήδευτη , προσιτή και χιουμοριστική πλευρά του. Σπάνια εντοπιζόταν σε νυχτερινές εξόδους στα μπουζούκια.

Η εξαίρεση συνέβη το βράδυ της Πρωτοχρονιάς του 2006 στο κέντρο «Εμπατή» στην Κηφισιά. Πάνω στο γλέντι, γύρω στις 05.30 τα χαράματα πήρε το μικρόφωνο από το τραγουδιστή Σπύρο Σπυράκο, ο οποίος είχε μόλις τελειώσει το ύμνο του Παναθηναϊκού , που τον πρωτοερμήνευσε το 1962 ο Γιάννης Βογιατζής, και έψαλλε βράχνα και φάλτσα το «Περαία μου, Περαία μου, με τον Σαρωνικό σου, που έχεις για καμάρι σου τον Ολυμπιακό σου». Οι εχθροπαθείς κράχτες του «λύσσαξαν» τις επόμενες ημέρες στα ΜΜΕ επειδή τραγούδησε τον ύμνο του Ολυμπιακού, παραγνωρίζοντας ότι στο τσακίρ κέφι της βραδιάς ο ανατρεπτικός καπετάνιος έκανε μια πλάκα. Σιγά μη πρόδιδε της κεφαλαιώδεις φίλαθλες πεποιθήσεις μια ζωής στο πρώτο τραπέζι πίστα, σκεπασμένος από ένα βουνό με πανέρια από άνθη. Εκείνα τα χρόνια, της μη ενεργούς ενασχόλησης του με τη διοίκηση της ΠΑΕ, έφερνε, ακόμη, καμιά βόλτα ως τον ιππόδρομο στο Μαρκόπουλο πριν αυτός βάλει λουκέτο και βγει στο «σφυρί». Έτρεφε μεγάλη αγάπη του για τα άλογα ράτσας, παρότι δεν υπήρξε ποτέ ιδιοκτήτης δρομώνων ίππων. Διατέλεσε, όμως, δύο φορές εκλεγμένος πρόεδρος της Φιλίππου Ενώσεως Ελλάδος με αφετηρία το 2000 όταν οι ιπποδρομιακές εγκαταστάσεις βρίσκονταν ακόμη στο Φαληρικό Δέλτα. Κάπου ταξίδευε και ως την ιδιαίτερη πατρίδα στο νησί του οπού αγαλλίαζε στο άκουσμα της λύρας του Ανωγιού φίλου του λυράρη και τραγουδιστή Βασίλη Σκουλά. Υπήρχε μια μαντινάδα που τον αντιπροσώπευε με τους στίχους της :« Σε ράτσα που ‘χει οπλαρχηγούς και καπετάνιους βγάλει, ανήκω και δεν δέχομαι κανείς να την προσβάλει». Εκεί, άλλωστε, στη λεβεντογένα Κρήτη βρίσκονταν οι ρίζες του. Ο γενάρχης της οικογενείας Βαρδής Παπαδάκης ή Πασαραμαντής απαγχονίστηκε το 1833 από τα Αιγυπτιακά στρατεύματα Κατοχής στη μεγαλόνησο του Μεχμέτ Αλή Πασά, πατέρα του Ιμπραήμ που αιματοκύλησε τον Μοριά, επειδή ξεσήκωσε εναντίον τους το ένοπλο επαναστατικό κίνημα των Μουρνιών στη νότια Κρήτη.

Ο Σφακιανός προπάππους του, ο Γιάννης Βαρδινάκης αρματώθηκε και ηγήθηκε της Κρητικής εξέγερσης εναντίον των Οθωμανών το 1877. Ο ίδιος ο Γιώργος, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια Βενιζελική, αντιμοναρχικών φρονημάτων, οικογένεια. Ο πρωτότοκος, κατά 11χρονια μεγαλύτερος αδελφός του Παύλος Βαρδινογιάννης, πήρε κατά τη Γερμανική Κατοχή μέρος στην αντίσταση κατά των Ναζί, καταδικάστηκε από αυτούς σε θάνατο, δραπέτευσε από τις φυλακές και αργότερα εκλέχτηκε βουλευτής αρχικά με το κόμμα Φιλελευθέρων του Σοφοκλή Βενιζέλου και εν συνεχεία με την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου. Τις δημοκρατικές αρχές της ιστορικής οικογενείας του υιοθέτησε και ενέγραψε στη πολιτική ταυτότητα του ο Γιώργος Βαρδινογιάννης. Κοντά στη 01:30 τη νύχτα πριν το ξημέρωμα της Κυριακής 23 Ιουνίου 1996, όταν βρισκόταν στην αυλή του μπαρ- ρεστοράν «Balthazar» της οδού Τσόχα, κοντά στη ιστορική έδρα της Λεωφόρου, πληροφορήθηκε το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου. Βούρκωσε, δάκρυσε και συντετριμμένος έσκυψε στο τραπέζι μονολογώντας «χάσαμε τον Ανδρέα μας».

Θα το ’φέρνε έτσι ή μοίρα και τα χρόνια ώστε η τελευταία δημόσια εμφάνιση του να συνδυαστεί με ένα χαρμόσυνο γεγονός. Έδωσε το παρών στον γάμο του γιου του, Παύλου Βαρδινογιάννη με την Κατερίνα Μπιρμπίλη, το Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2025 στην Αγία Μαρίνα Εκάλης. Επτά μήνες νωρίτερα σε εξίσου ευφρόσυνη περίσταση, αδυνατισμένος με μακριά γενειάδα αλλά με ακατάβλητα σταθερό βήμα στα 89 του χρόνια, συνόδεψε την ντυμένη νύφη κόρη του Χρυσή στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Ραγκαβή, στην Πλάκα. Νωρίς το απόγευμα της Παρασκευής 7 Φεβρουαρίου 2025 τη παρέδωσε με την εγκάρδια ευχή του για αιώνια ευτυχισμένο βίο στο γαμπρό Νικόλαο Ντε Γκρες, τον δευτερότοκο γιο του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου και της Άννας-Μαρίας.

Στη σεμνό, ρομαντικό και «κλειστό» μεταξύ συγγενών μυστήριο του γάμου, μετά του απαραίτητου πρωτοκόλλου, ο «ατίθασος» πατέρας της νύφης – που φημολογείται ότι κάποτε στο Λονδίνο δεν υποκλίθηκε ούτε καν σηκώθηκε από τη καρεκλά του μπροστά στη βασίλισσα Ελισάβετ Β της Αγγλίας- βρέθηκε σχεδόν στριμωγμένος ανάμεσα σε «γαλαζοαίματους» πρίγκιπες, βασιλομήτορες και εστεμμένους. Δεν τον ενόχλησε ο φαντεζί royal περίγυρος. Στη δεξίωση, που ακολούθησε το ιερό μυστήριο, στο πολύωρο Castor Place στον Πειραιά, εκφώνησε μια συγκινητική ομιλία. Μεταξύ άλλων ευχαρίστησε: «την βασίλισσα Άννα Μαρία αλλά και την οικογένειά της για το πόσο δεμένη είναι καθώς και ο ίδιος προέρχεται από επίσης μία δυνατή και δεμένη οικογένεια». Κάπως έτσι εξηγήθηκε σε όσους είχαν απορία, κατά την εμφάνιση του στο ΟΑΚΑ στην αναμέτρηση ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και τη Τσέλσι στις 24 Οκτωβρίου 2024, πώς κατάφερε έναν παράταιρο συμβολισμό.

Ο παθιασμένος «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού: Η ζωή, οι θρίαμβοι και οι συγκρούσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη που έζησε με τους δικούς του κανόνες
Με τον Προκόπη Παυλόπουλο, τον Βαρδή Βαρδινογιάννη, την Όλγα Κεφαλογιάννη και την Μαριάννα Βαρδινογιάννη

Να κάθεται ανάμεσα στην ανίψια του, υπουργό Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη – κόρη της αδερφής του Ελένης και του αείμνηστου Ανωγειανού γιατρού και πολιτικού Γιάννη Κεφαλογιάννη- από τη μια, ενώ από τη άλλη δίπλα του με πράσινο κασκόλ με το έμβλημα του τριφυλλιού να βρίσκεται ο Παύλος Ντε Γκρες, πρωτότοκος υιός και φερόμενος τέως διάδοχος της έκπτωτης βασιλικής οικογένειας της Ελλάδας. Δεν ήταν θέμα προσαρμοστικότητας ή συμβιβασμού σε ένα στιγμιότυπο μεταξύ της Δημοκρατίας και τη Μοναρχίας. Για τον Γιώργο Βαρδινογιάννη οι συνεκτικοί οικογενειακοί δεσμοί αποτελούσαν το πρώτο και πιο σημαντικό θεμέλιο για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας, των αξιών και της συμπεριφοράς του. Και αυτούς του κώδικες υπηρέτησε ευσυνείδητα. Εξάλλου στη μακρά ζωή που διένυσε η ιδιοσυγκρασιακή αυτάρκεια και τα κότσια του τον δίδαξαν να συμπεριφέρεται με σιγουριά σε συνθήκες παντός καιρού. Από εμπειρία γνώριζε πως όταν ένας καπετάνιος κρατά σφικτά το τιμόνι δεν διαπραγματεύεται με τη καταιγίδα. Κοιτάζει, ζυγίζει, αποφασίζει, σχεδιάζει τη πιο ασφαλή ρότα. Και με αυτή την εσωτερική πυξίδα πορεύτηκε ως το τέλος της ζωής του.

Share This Article