Ετσι ένα από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια ακινήτων της χώρας συζητείται επί δεκαετίες, χωρίς να έχει αποκτήσει ακόμη σαφή εικόνα, σταθερό πλαίσιο και καθαρό δρόμο αξιοποίησης. Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο μυστήριο όταν συνυπολογιστεί η, εν πολλοίς, αχαρτογράφητη περιουσία των Μονών του Αγίου Ορους, που ούτως ή άλλως υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και σε ειδικό καθεστώς. Ετσι, αυτή είτε βρίσκεται εντός είτε εκτός της Αθωνικής Χερσονήσου, είναι ανέγγιχτη.
Οι διαμάχες γύρω από το μέγεθος και την τύχη της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι τόσο παλιές όσο… το ελληνικό κράτος. Παρά ταύτα, ακόμη και σήμερα η μοναδική ίσως ελπίδα να φανεί κάποια στιγμή στον ορίζοντα μια σαφής εικόνα επαφίεται στην ολοκλήρωση του Κτηματολογίου, που με τις θεσμικές προβλέψεις του καθιστά υποχρεωτική τη δήλωση των κάθε μορφής ακινήτων προκειμένου να κατοχυρωθούν ιδιοκτησιακά. Αυτή η περιουσία, ωστόσο, και υπάρχει και παράγει έσοδα. Το πραγματικό ύψος των οποίων δεν είναι ξεκάθαρο, αφού η πολυδιάσπαση σε περισσότερα από 10.000 εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (μητροπόλεις, ναούς, μονές, προσκυνήματα, ιδρύματα, κληροδοτήματα και άλλα) καθιστά δυσχερέστατο έναν αξιόπιστο υπολογισμό τους.
Η πολυδιάσπαση δεν διασφαλίζει ούτε τον αποτελεσματικό έλεγχο της διαχείρισής της. Ετσι, μέσα από την πανσπερμία επιμέρους «ιδιοκτητών» δεν λείπουν τα φαινόμενα όπου αναπτύσσονται και «άνθη του κακού». Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η πολύκροτη υπόθεση με το Ιερό Γυναικείο Ησυχαστήριο Αναστάσεως του Χριστού – Εμμαούς στον Χορτιάτη που μέσω κάποιων επιτήδειων έγινε όχημα από το 1998 έως το 2008 για ύποπτες εξαγορές ακινήτων, υπέρογκα τραπεζικά δάνεια μέχρι και offshore εταιρείες, με αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια να έχουν γίνει πάνω από 150 πλειστηριασμοί για τμήματα της περιουσίας του.

Οι ανταλλαγές με το κράτος
Παράλληλα, κάποιες φορές η άγνοια όταν συγχέεται και με ικανές δόσεις προκατάληψης τροφοδοτεί εύκολα μύθους περί… αμύθητης περιουσίας. Ουδείς αμφιβάλλει ότι η Εκκλησία, μέσω διάφορων νομικών οντοτήτων, κατείχε και εξακολουθεί να κατέχει τεράστιες εκτάσεις γης έως και μικρά νησιά, αλλά και χιλιάδες ακίνητα, από οικίες μέχρι εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία και άλλους επαγγελματικούς χώρους. Το ερώτημα είναι πόσα και σε ποιο βαθμό από όλα αυτά είναι αξιοποιημένα ή αξιοποιήσιμα ώστε να αποφέρουν υψηλά έσοδα στα ταμεία της. Με άλλα λόγια, με οικονομικά κριτήρια, εάν δεν υπήρχε η άμεση χρηματική συμβολή του κράτους, η Εκκλησία ως ένας τεράστιος οργανισμός θα ήταν βιώσιμη; Θα μπορούσε δηλαδή να καλύψει τα έξοδα μισθοδοσίας και τις λειτουργικές δαπάνες της;
Το ελληνικό κράτος έχει πράγματι οικειοποιηθεί μεγάλα τμήματα αυτής της περιουσίας σε διάφορες χρονικές περιόδους, με απαλλοτριώσεις τεράστιων εκτάσεων γης για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος. Γι’ αυτό τον λόγο, άλλωστε, πριν από πολλά χρόνια ανέλαβε σαν «αντάλλαγμα» την υποχρέωση μισθοδοσίας των κληρικών. Στη σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακήρυξη του κράτους ότι η απαλλοτρίωση εκείνης της περιόδου είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον. Στην ίδια σύμβαση καθιερώθηκε και η «μισθοδοσία» των κληρικών από τον κρατικό προϋπολογισμό ως υποχρέωση του κράτους έναντι των μεγάλων παραχωρήσεων γης στις οποίες είχε προβεί η Εκκλησία κατά τη δεκαετία 1922-32.
Το ετήσιο κόστος της μισθοδοσίας των περίπου 9.500 κληρικών υπολογίζεται σε 195 εκατ. ευρώ, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ένταξη των μητροπολιτών στο μισθολόγιο του Δημοσίου έγινε το 1980. Πρόσφατα, με ρύθμιση σε πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών προβλέπεται να δοθούν αυξήσεις προς τα μέλη του ανώτερου κλήρου που οδηγούν μέχρι και σε διπλασιασμό των αποδοχών τους.
Εδώ θα πρέπει να τονιστεί το πολύπλευρο κοινωνικό-φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας, διαχρονικά και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της κρίσης. Οταν η συμβολή της ακόμη και με τα χιλιάδες συσσίτια υπήρξε καθοριστική για ένα σημαντικό μέρος της εξουθενωμένης από τα μνημόνια ελληνικής κοινωνίας. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο αναπτύχθηκαν δύο πρωτοβουλίες αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας (η οποία παρά τις διαδοχικές απαλλοτριώσεις παραμένει μεγάλη), υπό το σκεπτικό της ιεραρχίας της και προσωπικά του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, ότι σκοπός της προσπάθειας θα ήταν η αποκόμιση εσόδων για τη στήριξη και διεύρυνση του κοινωνικού έργου προς τον χειμαζόμενο λαό.
Η πρώτη, το 2013, επί πρωθυπουργίας του Αντώνη Σαμαρά, με τη δημιουργία της Εταιρείας Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Ακίνητης Περιουσίας Α.Ε. (ΕΑΕΑΠ), όπου συμμετείχαν η Αρχιεπισκοπή Αθηνών κατά 50% και το Ελληνικό Δημόσιο κατά 50%. Αντίστοιχα, το 50% των εσόδων που θα προέκυπταν θα εισφερόταν στο κράτος, ενώ το άλλο 50% θα κατευθυνόταν στο κοινωφελές έργο της Εκκλησίας. Προβλήθηκε ως μια συμφωνία «win-win» καθώς με την ένταξη στο επονομαζόμενο και «εκκλησιαστικό ΤΑΙΠΕΔ» σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, καλλιεργήθηκαν προσδοκίες για… επενδυτική κοσμογονία με την έλευση ξένων ισχυρών οικονομικών παραγόντων (από Αμερική, Ρωσία ή και αραβικές χώρες) ή με την προσέλκυση του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου. Μάλιστα, στο όλο εγχείρημα ενεπλάκησαν και γνωστές αμερικανικές εκτιμητικές εταιρείες (όπως η Cushman & Wakefield) που ασχολήθηκαν με την αποτίμηση οικιστικών «φιλέτων», αλλά και ομογενειακοί παράγοντες.
Τα «φιλέτα» στη Βουλιαγμένη
Τότε, λοιπόν, επιχειρήθηκε αρχικά η προκήρυξη διεθνούς πλειοδοτικού διαγωνισμού για το ακίνητο-«φιλέτο» των 97 στρεμμάτων του εκκλησιαστικού ορφανοτροφείου στη Βουλιαγμένη που είναι μεσοτοιχία με το συγκρότημα του «Αστέρα», ενώ θα ακολουθούσε σε δεύτερο στάδιο διαγωνισμός για την αξιοποίηση της παραθαλάσσιας έκτασης 1.200 στρεμμάτων της Αρχιεπισκοπής στην περιοχή Φασκομηλιά (από τη λίμνη της Βουλιαγμένης έως τη Βάρκιζα). Παρά ταύτα, το αποτέλεσμα ήταν… ανύπαρκτο. Αξίζει να αναφερθεί ότι η ΕΑΕΑΠ, στη διοίκηση της οποίας συμμετείχαν και έμπειροι μάνατζερ της αγοράς, συστάθηκε στις 2 Απριλίου 2014, με μετοχικό κεφάλαιο 300.000 ευρώ και, όπως αποκαλύπτει το «ΘΕΜΑ», ο τελικός ισολογισμός πέρατος εκκαθάρισής της εγκρίθηκε από έκτακτη γενική συνέλευση, στις 30 Νοεμβρίου 2023. Ο κύκλος εργασιών της καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της ήταν μηδενικός και η εταιρεία διαγράφηκε από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) μόλις στις 9 Ιανουαρίου 2024.

Σε αδράνεια βρίσκονται και άλλες σχετικές εταιρικές οντότητες, όπως η «Εκκλησιαστική Πρόνοια Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας» («Πρόνοια Αρχιεπισκοπής»), που συστάθηκε το 2011 και παραμένει «ενεργή» στα χαρτιά, αλλά και σε «αναστολή καταχώρησης» από το ΓΕΜΗ λόγω μη δημοσίευσης οικονομικών αποτελεσμάτων επί σειρά ετών…
Από εκείνη την περίοδο πάντως έμειναν οι ρυθμίσεις του νόμου 4235 του 2014 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι επιτρέπεται η σύσταση δικαιώματος επιφάνειας στα ακίνητα των εκκλησιαστικών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, δίνοντας στην Εκκλησία ένα ακόμη εργαλείο για την αξιοποίηση της περιουσίας της.

Η συμφωνία επί ΣΥΡΙΖΑ
Ακολούθησε η δεύτερη προσπάθεια επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η οποία βασίστηκε και στην άριστη προσωπική σχέση μεταξύ του τότε πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Στις 6 Νοεμβρίου 2018 οι δυο τους συνυπέγραψαν κοινό ανακοινωθέν 15 σημείων, που υποτίθεται πως θα αποτελούσε τον προάγγελο νομοθετικής ή και συνταγματικής παρέμβασης από την πλευρά της Πολιτείας, ανοίγοντας τον δρόμο για τον διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας. «Για πρώτη φορά από συστάσεως ελληνικού κράτους το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας επιχειρείται να επιλυθεί όχι με μονομερείς ενέργειες, αλλά με συμφωνία μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας σε ισότιμη βάση μετά από ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο», δήλωνε η τότε κυβέρνηση.
Μεταξύ άλλων, αποφασίστηκε η συγκρότηση Ταμείου που θα το διαχειρίζονταν από κοινού η Εκκλησία της Ελλάδος και το κράτος ενώ τα έσοδα, καθώς και τα βάρη θα επιμερίζονταν στα δύο μέρη. Προβλεπόταν ακόμη ότι οι κληρικοί δεν θα νοούνται δημόσιοι υπάλληλοι και θα διαγραφούν από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών, αλλά το Δημόσιο δεσμευόταν ότι θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία με μορφή επιδότησης ποσό αντίστοιχο με το κόστος μισθοδοσίας.

Η συμφωνία προκάλεσε αντιδράσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ενώ ήδη την επομένη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος έκανε λόγο για απελευθέρωση 10.000 θέσεων δημοσίων υπαλλήλων λόγω της αλλαγής στο καθεστώς μισθοδοσίας των ιερέων. Κάτι που ερμηνεύτηκε ως προαναγγελία απολύσεων τινάζοντας στον αέρα το «καλό κλίμα»… Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η ηγεσία της Εκκλησίας δεν είχε την έγκριση της Ιεράς Συνόδου για ένα τέτοιο πλαίσιο. Ετσι, μοιραία και αυτή η προσπάθεια οδηγήθηκε στα βράχια. Ακόμη και πρόσφατα, πάντως, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος σε σχετικές δηλώσεις του εξέφρασε την εκτίμησή του για τον κ. Τσίπρα, αναγνωρίζοντας τις αγνές προθέσεις του και τη συμβολή του στο όλο εγχείρημα.
Τις ευθύνες για το ναυάγιο του οποίου απέδωσε κυρίως στους ατυχείς χειρισμούς των συνεργατών του. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, από την αρχή της θητείας της, έχει ακολουθήσει μια πολιτική ανοιχτού διαλόγου και σεβασμού προς την πλευρά της Εκκλησίας, κάτι που αποτυπώνεται και στις άριστες προσωπικές σχέσεις μεταξύ του πρωθυπουργού και κορυφαίων υπουργών με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Οσον αφορά στην αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, υπάρχει κλίμα συναντίληψης, με στόχο τη δημιουργία εσόδων που θα ενισχύουν το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, υποστηρίζοντας παράλληλα μεικτές επενδύσεις. Οπως έχει δηλώσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, «εμείς θέλουμε η Εκκλησία να μπορεί να έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλεύεται την ακίνητη περιουσία της και μέσα από τα έσοδα από αυτήν την ακίνητη περιουσία να μπορεί να στηρίζει το σημαντικό κοινωφελές της έργο».
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση στήριξε την πρωτοβουλία της Εκκλησίας της Ελλάδος για την ολιστική αξιοποίηση έκτασής της περίπου 3.000 στρεμμάτων στο Σχιστό, που βρίσκεται σε κομβική θέση καθώς συνορεύει νοτιοανατολικά με τον Πειραιά και βόρεια με την περιοχή του Σκαραμαγκά. Το σχέδιο «The Green Σχιστό» προέβλεπε την κατασκευή γραφείων και κατοικιών, αποθηκών και χώρων στάθμευσης, κέντρου logistics, εκθεσιακού και συνεδριακού κέντρου, ιατρικού κέντρου, εμπορικού κέντρου, τοποθέτηση και λειτουργία Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας κ.ά. Η επένδυση, ύψους 700-800 εκατ. ευρώ, που θα χρηματοδοτείτο από ιδίους πόρους της Εκκλησίας θα δημιουργούσε 10.000 νέες θέσεις εργασίας και θα προχωρούσε σε συνεργασία με το ΤΑΙΠΕΔ.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η Εκκλησία προέβη, στις 21 Δεκεμβρίου 2021, στη σύσταση της εταιρείας Σχιστό Εταιρεία Ανάπτυξης και Διαχείρισης Κτήματος Σχιστού Σκαραμαγκά (Σχιστό Α.Ε.), με μετοχικό κεφάλαιο 800.000 ευρώ, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2022 υπεγράφη η συμφωνία με το ΤΑΙΠΕΔ. Στην πορεία όμως, για διάφορους λόγους, όπως διαφωνίες με το ΤΑΙΠΕΔ, διαφορές σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία που θα έπρεπε να μεταβιβαστούν στη Σχιστό Α.Ε., ενστάσεις τοπικών φορέων, το φιλόδοξο σχέδιο εγκαταλείφθηκε. Ετσι, τον Αύγουστο του 2023 ο Αρχιεπίσκοπος ενημέρωσε την Ιερά Σύνοδο ότι το έργο δεν θα πραγματοποιηθεί και εισηγήθηκε τη διάλυση της Σχιστό Α.Ε. Ο ισολογισμός πέρατος εκκαθάρισης εγκρίθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 και αυτή διαγράφηκε από το ΓΕΜΗ έναν μήνα αργότερα.
Μια άλλη πρόταση από πλευράς της Εκκλησίας προβλέπει την αξιοποίηση οικοπέδων της, στα οποία το κράτος μπορεί να κατασκευάσει συγκροτήματα διαμερισμάτων και φοιτητικών εστιών.

Οι αγροτικές εκτάσεις…
Ο νόμος 1700 του 1987 (νόμος Τρίτση) χαρακτηρίζεται στο κείμενο ως «μία ακόμη προσπάθεια για την οριστική αποψίλωση της εκκλησιαστικής περιουσίας». Εκείνη την περίοδο, όπως αναφέρεται, δόθηκε αφορμή να δημοσιευθούν σημαντικά κείμενα. Μεταξύ αυτών και ένα υπό τον τίτλο «ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα», στηριγμένο σε μελέτη των Θ. Τσούμα και Δ. Τασιούλα που εκδόθηκε από την Αγροτική Τράπεζα το 1988. Με βάση τη μελέτη, το σύνολο της αγροτικής γης της χώρας ανήκει:
■ Στο Δημόσιο 43.598.000 στρ.
■ Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση 15.553.200 στρ.
■ Στην Εκκλησία 1.282.300 στρ.
■ Στους Συνεταιρισμούς 1.098.400 στρ. «Από αυτά τα 1.282.300 στρέμματα ιδιοκτησίας της Εκκλησίας, τα 367.000 είναι δασικές εκτάσεις, τα 745.400 βοσκότοποι και μόνο τα 169.900 γεωργική καλλιεργήσιμη γη. Δηλαδή, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις της αντιστοιχούν μόλις στο 0,48% του συνόλου της γεωργικής γης της χώρας μας», όπως τονίζεται.
…και η μισή Αθήνα
Στο κείμενο αναδεικνύεται ακόμη ως χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής προσφοράς η περίπτωση της Μονής Ασωμάτων Πετράκη. «Εχοντας στην κατοχή της σημαντική περιουσία που την απέκτησε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα με αγορές των ηγουμένων της (σώζονται τα σχετικά έγγραφα), αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος κοινωνικός ευεργέτης των Αθηνών. Σε δωρηθέντα ακίνητά της έχουν ανεγερθεί η Ριζάρειος Σχολή, η Ακαδημία Αθηνών, το Αιγινήτειο Νοσοκομείο, το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το Σκοπευτήριο, το Πτωχοκομείο, η Μαράσλειος Ακαδημία, το Θεραπευτήριο “Ευαγγελισμός”, το Αρεταίειο Νοσοκομείο, η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, οι Αστυνομικές Σχολές στη λεωφόρο Μεσογείων, το Νοσοκομείο Παίδων, το Νοσοκομείο Συγγρού, το Νοσοκομείο “Σωτηρία”, το Ασκληπιείο Βούλας, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης, το ΠΙΚΠΑ Βούλας, το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, το Γηροκομείο, η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και 142 Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια της Αττικής».
Στην πραγματικότητα, οι εκτάσεις που ανήκαν στη Μονή Πετράκη και έχουν παραχωρηθεί ή απαλλοτριωθεί διαχρονικά καλύπτουν ολόκληρες αστικές περιοχές, όπως το… μισό περίπου Κολωνάκι, ένα μεγάλο μέρος από τη Βασ. Σοφίας μέχρι τους Αμπελοκήπους κ.ά. Αυτό που ήταν κάποτε εκκλησιαστική περιουσία, αποτελεί πλέον ένα σημαντικό κομμάτι της πόλης της Αθήνας, δημιουργώντας βεβαίως μη αναστρέψιμα «τετελεσμένα».
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, από την πλευρά του, έχει καταστήσει σαφές το δικό του στίγμα γύρω από το ζήτημα, κάνοντας λόγο για «αξιοποίηση της εναπομείνασας εκκλησιαστικής περιουσίας σε συνεργασία με την Ελληνική Πολιτεία, προς όφελος του λαού μας». Σε σχετική ημερίδα το 2023 είχε αναφέρει ότι από την εκλογή του ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών επιχείρησε με διάφορους τρόπους να δώσει τα πραγματικά στοιχεία για την αληθή εικόνα της εκκλησιαστικής περιουσίας και να αναδείξει ότι «η εναπομείνασα περιουσία της Εκκλησίας ούτε αμύθητη είναι ούτε αποδίδει πόρους και, ως εκ τούτου, οι περί του αντιθέτου διαδόσεις αποτελούν μια στρατευμένη κατασυκοφάντηση της Εκκλησίας που αποβλέπει στον κοινωνικό διχασμό».

Η «χρυσή» λίστα
Τόνοι μελάνης έχουν χυθεί επί δεκαετίες προκειμένου να περιγράψουν το μέγεθος της εκκλησιαστικής περιουσίας, χωρίς να λείπουν και οι υπερβολές. Ετσι, υπήρξαν κατά το παρελθόν εκτιμήσεις που έκαναν λόγο για αξία της καταγεγραμμένης περιουσίας της Εκκλησίας που φτάνει, θεωρητικά, στο ύψος των 15 δισ. ευρώ. Εάν σε αυτά προστεθεί η περιουσία των 2.500 μοναστηριών που περιλαμβάνει επίσης τεράστιες εκτάσεις, ακίνητα μέχρι και ιστορικά κειμήλια, το ύψος της δεν μπορεί καν να προσεγγιστεί χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία.
Σε μια πιο ρεαλιστική βάση, η περιουσία της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (ΕΚΥΟ) της Εκκλησίας της Ελλάδος υπολογίζεται ότι κυμαίνεται μεταξύ 700 και 900 εκατ. ευρώ. Πάντως, ένα κριτήριο αποτελεί ο ΕΝΦΙΑ, ο οποίος για την Εκκλησία της Ελλάδος -μέσω της ΕΚΥΟ- φτάνει τα 1,8-2 εκατ. ευρώ ετησίως και επιβάλλεται μόνο στα εμπορικά και εκμεταλλεύσιμα ακίνητα. Αντίθετα, απαλλάσσονται οι λατρευτικοί χώροι (ναοί, παρεκκλήσια, μονές κ.ά.), καθώς και όλα τα ακίνητα που ανήκουν σε μονές του Αγίου Ορους. Ωστόσο, τον δικό τους ΕΝΦΙΑ πληρώνουν οι Μητροπόλεις και ενορίες ως ξεχωριστά ΝΠΔΔ, για τα εμπορικά και μισθωμένα ακίνητά τους.
Οι δασικές εκτάσεις
Με βάση παλαιότερες μελέτες, τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα φέρονται ως ιδιοκτήτες περίπου 367.000 στρεμμάτων δασικών εκτάσεων, ενώ κατά άλλους υπολογισμούς, η γενικότερη δασική ιδιοκτησία της Εκκλησίας υπερβαίνει τα 600.000 στρέμματα. Αυτή εντοπίζεται ειδικότερα:
■ Σε Αττική, Βοιωτία και Εύβοια (Βάρη, Βούλα, Αγιος Ανδρέας Νέας Μάκρης, υπώρειες Πάρνηθας, ευρύτερη περιοχή Κοκκιναρά Πεντέλης, περιοχή Καρέα του Υμηττού, περιαστική περιοχή του Πειραιά, Οινόη, Φυλή, Σκούρτα Βοιωτίας, Μαντούδι κ.ά.).
■ Σε Φωκίδα (δάσος Μονής Προφήτη Ηλία Χρισσού) και Φθιώτιδα (δάσος της Μονής Αγάθωνος στην περιφέρεια Υπάτης).
■ Στην Πελοπόννησο, στους Νομούς Κορινθίας, Αχαΐας (περιοχές Στροφυλιάς, Μετοχίου και Μελισσίων), Ηλείας (δάσος Σκαφιδιάς), Μεσσηνίας (Αγ. Σωτήρας Μοναστηρίου), Λακωνίας (Βασσάρα και Πριτσιώτικο Γυθείου), Αρκαδίας (δασικές εκτάσεις Μονών Παλαιοπαναγιάς και Ορθοκωστά), Αργολίδας (δασική περιοχή Θερμησίας),
■ Στην Κρήτη, με δασικές εκτάσεις κυρίως στους Νομούς Ηρακλείου (Αντισκάρι, Μεταξοχώρι, Παγαϊδάκι, Σαμπά, Ζαρού Βαριζίων, Ρογδιά, Ανώπολη, Στερνά), Ρεθύμνου και Λασιθίου (ιδιοκτησία Μονής Τοπλού).
■ Στη Χαλκιδική, όπου περί τα 86.330 στρέμματα δάσους και 2.300 στρέμματα χορτολιβαδικής έκτασης ανήκουν σε μετόχια Μονών του Αγίου Ορους.
■ Στην Κεντρική Μακεδονία και Θεσσαλία (Μονές Μετεώρων, Ζάρκου, Βυτουμά, Μονή Κορώνης, Πέτρας και Σπηλιάς Αγράφων).
■ Στην Ηπειρο (δάση Μονών Κάτω Παναγιάς Αρτας, Βελλάς Ιωαννίνων, Μόλιστας Κονίτσης), ενώ σημαντικές εκτάσεις κατέχουν ναοί και μονές στη Θράκη, στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και σε διάφορα νησιά.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του ’90 από το υπουργείο Γεωργίας, η Εκκλησία κατέχει στην Αττική εκτάσεις που ξεπερνούν τα 60.000 στρέμματα, εκ των οποίων τα 40.000 είναι δάση και δασικές εκτάσεις, αλλά και περίπου 800 οικόπεδα. Παράλληλα, υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις που διεκδικούνται από την Εκκλησία σε διάφορες περιοχές, αλλά και χιλιάδες στρέμματα που θεωρούνται «διακατεχόμενα», δηλαδή με αμφίβολο ιδιοκτησιακό καθεστώς έναντι του Δημοσίου.
Ακόμη, η Εκκλησία της Ελλάδος φέρεται μεταξύ άλλων να διαθέτει περίπου 800 κτίρια με γραφεία, καταστήματα, εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία, πάρκινγκ μέχρι και… βενζινάδικα. Στα λεγόμενα «φιλέτα» περιλαμβάνονται:
■ Τα 97 στρέμματα που βρίσκονται γύρω από τον λόφο του Ορφανοτροφείου της Βουλιαγμένης και ανήκουν στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Είναι ένα από τα ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία για το οποίο προχώρησε μια πρώτη προσπάθεια αξιοποίησης. Συγκεκριμένα, μέσω διαγωνισμού, μέρος του ακινήτου εκμισθώθηκε για 99 χρόνια, στις αρχές του 2023, σε σχήμα υπό τον εφοπλιστή Βίκτορα Ρέστη. Ο διαγωνισμός αφορούσε τμήμα 18 στρ. της έκτασης, ενώ η υπόλοιπη δεν περιλήφθηκε καθώς δεν υπήρχε η αναγκαία ωρίμανση σε νομοτεχνικό επίπεδο. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι τα προσδοκώμενα μισθώματα, σε ορίζοντα 30 ετών, υπολογίζονται σε περίπου 400 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, λόγω αντιδράσεων από διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων και ο τοπικός δήμος, που εγείρουν ενστάσεις λόγω του κοινωφελούς χαρακτήρα του ακινήτου, η υπόθεση φέρεται να έχει παγώσει.
■ 250 ακίνητα στην παραλιακή ζώνη, με κορυφαίο τα 1.200 στρέμματα στη Φασκομηλιά (από τη λίμνη Βουλιαγμένης έως τη Βάρκιζα), εκ των οποίων αξιοποιήσιμα θεωρούνται τα 250 στρέμματα που εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης το 1955. Ακόμη, το γνωστό παραλιακό κέντρο «Island» στη Βάρκιζα, το εστιατόριο «Ιθάκη» στη Βουλιαγμένη κ.ά.
■ 3.500 στρέμματα στην Πεντέλη, στα οποία η Εκκλησία της Ελλάδος σκόπευε να εγκαταστήσει φωτοβολταϊκό πάρκο, αλλά το σχέδιο επίσης πάγωσε λόγω του αναδασωτέου χαρακτήρα της περιοχής.
■ 11,5 στρέμματα στην οδό Δεινοκράτους στο Κολωνάκι, όπου από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η Εκκλησία επιδίωκε να χτίσει πολυτελές ξενοδοχείο. Και αυτό το σχέδιο ναυάγησε λόγω αντιδράσεων των περιοίκων και της ύπαρξης ορισμένων διατηρητέων κτιρίων.
■ Οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας, δίπλα από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, το οποίο σήμερα χρησιμοποιείται ως υπαίθριο πάρκινγκ.
■ Το κτίριο όπου στεγάζεται το υπουργείο Εσωτερικών στην πλατεία Κλαυθμώνος.
■ Νησιά και βραχονησίδες στις Σποράδες, τις Κυκλάδες και αλλού. Μεταξύ αυτών η νησίδα Σαμιοπούλα που ανήκε στη Μονή Μεγάλης Παναγιάς της Μητρόπολης Σάμου. Βρίσκεται μόλις μισό μίλι νότια του νησιού και είχε παραχωρηθεί για καλλιέργεια σε ακτήμονες οι οποίοι έχουν αποβιώσει.
■ Διάφορα κτίρια με κατοικίες, καταστήματα και ξενοδοχεία, όπως το κτίριο επί της οδού Μητροπόλεως, όπου στεγαζόταν το υπουργείο Παιδείας και τώρα το ξενοδοχείο «Electra Metropolis Athens», το κτίριο της πρώην Εμπορικής Τράπεζας στην οδό Πανεπιστημίου, το ξενοδοχείο «Ηλέκτρα» στην οδό Ερμού, ακίνητο στον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου, 5ώροφο κτίριο στου Ψυρρή επί της οδού Σαρρή, μέχρι και το ακίνητο όπου στεγάζεται το Α.Τ. Συντάγματος.


