Μέρος της οποίας είναι η φθίνουσα καμπύλη που διαγράφει, σταθερά τα τελευταία χρόνια, ο μαθητικός πληθυσμός. Ενας δείκτης στον οποίο αποτυπώνονται, εμμέσως, όλες οι δομικές στρεβλώσεις της ελληνικής κοινωνίας, όπως επίσης και κάθε συγκυριακή δυσπραγία – από την οικονομική κρίση της δεκαετίας 2009-2019 μέχρι τις φυσικές καταστροφές.
Οι 30.000 μαθητές, οι οποίοι σταδιακά εξαφανίστηκαν από τους καταλόγους των νέων εγγραφών στην Α’ δημοτικού, αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μερίδιο των συνολικών απωλειών που καταγράφονται στην εν Ελλάδι Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.
Η διαπίστωση και δη απευθείας εκ μέρους του υπουργείου Παιδείας για τα 30.000 «χαμένα» πρωτάκια είναι ανησυχαστική, οδυνηρή – αλλά όχι απροσδόκητη. Ακριβώς διότι η συρρίκνωση του μαθητικού πληθυσμού, δηλαδή το γεγονός ότι υπάρχουν όλο και λιγότερες εγγραφές στο νηπιαγωγείο και το δημοτικό, συναρτάται άμεσα με την όξυνση του γενικότερου δημογραφικού ζητήματος στην Ελλάδα.
Βέβαια, σε ό,τι αφορά το καθήκον του κράτους να παρέχει δωρεάν εκπαίδευση στα ελληνόπουλα, η αρμόδια υπουργός Σοφία Ζαχαράκη διαβεβαιώνει ότι «ακόμη και ένα παιδί να εμφανιστεί σε κάποια συγκεκριμένη περιοχή, εμείς κρατάμε το σχολείο ανοιχτό, προκειμένου να προσφέρουμε το απόλυτο λειτούργημα, την εκπαίδευσή του. Μιλώ γι’ αυτό το ένα ή τα δύο παιδιά που δεν μπορούν να φοιτήσουν σε άλλο σχολείο, κάπου κοντά στον τόπο κατοικίας τους».
1.154 άδειες σχολικές τάξεις
Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι 30.000 παιδιά δεν θα γραφτούν ποτέ σε ελληνικό σχολείο, οπουδήποτε στην επικράτεια, μόνο απαισιόδοξες σκέψεις μπορεί να γεννήσει. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι τα παιδιά αυτά αντιστοιχούν (κατά προσέγγιση και υπολογίζοντας 26 μαθητές κατά μέσο όρο ανά αίθουσα) σε 1.154 άδειες σχολικές τάξεις. Μια απέραντη εκπαιδευτική έρημος, μια σιωπηλή σχολική δυστοπία.
Η πρόσφατη δημόσια αναφορά στα «χαμένα» πρωτάκια της τελευταίας δεκαετίας προκάλεσε μεν ένα οδυνηρό σοκ – τουλάχιστον για όποιον προβληματίζεται σχετικά με τη μακροημέρευση του ελληνικού έθνους. Ενα σοκ, ωστόσο, προβλέψιμο και καθιερωμένο ατύπως, σαν μία παράδοση που επαναλαμβάνεται ετησίως τα τελευταία χρόνια, με συνέπεια, κάθε αρχή Σεπτεμβρίου.
Και ακριβώς επειδή η μελαγχολική εντύπωση παραμένει ίδια, καθώς μόνο οι χρονολογίες και οι αριθμοί φαίνονται να αλλάζουν, η συνειδητοποίηση ότι τα σχολεία ερημώνουν, τείνει να θεωρείται πλέον σαν κάτι δεδομένο και αναπόδραστο. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι, ενδεχομένως, ακόμη πιο ζοφερή για τις προοπτικές της αεί γηράσκουσας Ελλάδας.
Γηροκομεία, όχι νηπιαγωγεία
Αναλύοντας με μεγαλύτερη προσοχή τα επίσημα στατιστικά δεδομένα για τον ελληνικό πληθυσμό, με ειδική εστίαση στην εκπαίδευση, αποκαλύπτονται εξόχως ενδιαφέροντα στοιχεία.
Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη περιοδική έκθεση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής «Η Ελλάς με αριθμούς», το σχολικό έτος 2023-2024 στην πρώτη βαθμίδα της εκπαίδευσης, ήτοι σε νηπιαγωγεία και δημοτικά, δημόσια και ιδιωτικά, φοίτησαν συνολικά 729.859 παιδιά. Δέκα χρονιές πριν, το σχολικό έτος 2014-2015, η ίδια κατηγορία μαθητών αριθμούσε 799.801 άτομα. Αυτό σημαίνει ότι ανάμεσα στο 2014 και το 2024 χάθηκαν σχεδόν 70.000 μαθητές από την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Η διαφορά αναλογεί σε -8,7% ανάμεσα στα δύο χρονικά σημεία αναφοράς.
Αν στα προηγούμενα προστεθεί η δημογραφική παράμετρος, προκύπτει ότι ανάμεσα στην απογραφή του 2011 και σε εκείνη του 2021 ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 3,10% ή κατά 334.000 άτομα περίπου (από 10.816.286, σε 10.482.487).
Ομως, η ελεύθερη πτώση αποτυπώνεται εναργέστερα σε επιμέρους κατηγοριοποιήσεις, αναλόγως της ηλικίας κάθε ομάδας του ελληνικού πληθυσμού. Ετσι, μεταξύ 2011 και 2021, τα άτομα από 0 έως 9 ετών ελαττώθηκαν κατά 16,30%, ενώ, αντιθέτως, πολλαπλασιάστηκαν κατά 31,30% οι Ελληνες υπερήλικες, 80 ετών και πλέον.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η μεταβολή στην ηλικιακή ομάδα 60-69 ετών: Το 2011 μετρήθηκαν 1.134.045 εξηντάρηδες Ελληνες πολίτες και έως το 2021 θα πληθύνονταν θεαματικά, φτάνοντας τους 1.324.635.
Σχηματικά, ο πολλαπλασιασμός των εξηντάρηδων στη δεκαετία, με διαφορά 16,80%, ήταν ακριβώς αντίρροπη της συρρίκνωσης κατά 16,30% των βρεφών, νηπίων και λοιπών νεοσσών της Ελλάδας έως την ηλικία των 9 ετών. Η συνολική γήρανση είναι οφθαλμοφανής και με ό,τι δεινό αυτό συνεπάγεται, όχι μόνο για την εκπαίδευση, καθώς προοπτικά οι Ελληνες θα χρειάζονται περισσότερα γηροκομεία, κέντρα αποκαταστάσεως και συναφείς υπηρεσίες, παρά νηπιαγωγεία και δημοτικά.
Επίσης, όσο λιγοστεύουν οι νέοι, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το βάρος που θα κληθούν να επωμιστούν, προκειμένου να στηρίξουν το συνταξιοδοτικό σύστημα. Το οποίο, ειδικά στην Ελλάδα, θα προκαλέσει, εκτός των αμιγώς οικονομικών συνεπειών, και μία μείζονα πολιτισμική αναταραχή, εφόσον κατά παράδοση οι Ελληνες συνταξιούχοι δεν λογίζονταν ως χορηγούμενοι, αλλά ως χορηγοί των επομένων γενεών.
Συμπληρώνοντας την εικόνα, ασφαλώς θα πρέπει να ανατρέξει κανείς στις πληθυσμιακές μεταβολές συναρτήσει της γεωγραφικής κατανομής τους. Υπ’ αυτό το πρίσμα, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η Δυτική Μακεδονία είναι η πρωταθλήτρια της έμψυχης αποψίλωσης, καθώς ανάμεσα στις δύο απογραφές έχασε το 10,3% του ανθρώπινου στοιχείου της (από 283.689 κατοίκους το 2011, σε 254.595 το 2021).
Τη Δυτική Μακεδονία -με αστικά κέντρα όπως η Καστοριά, η Κοζάνη, η Φλώρινα, τα Γρεβενά και τα περί αυτών χωριά- ακολουθεί σε συρρίκνωση η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, με μείωση πληθυσμού κατά 7,6%. Κατόπιν έπονται η Στερεά Ελλάδα (-7,1%), η Πελοπόννησος (-6,6%), η Θεσσαλία με -6,1%, η Ηπειρος με -5% κ.λπ.
Εντούτοις, όταν διενεργήθηκε η τελευταία απογραφή του ελληνικού πληθυσμού, το 2021, δεν είχε ενσκήψει φερ’ ειπείν η θεομηνία «Daniel», η οποία κατάφερε θανάσιμα πλήγματα, κυρίως στην οικονομία και μοιραία την κοινωνική σύσταση, κυρίως της Θεσσαλίας. Και η κατάρρευση συμπαρέσυρε τις δομές της εκπαίδευσης στην περιοχή.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στα ΜΜΕ, στη Θεσσαλία σημειώθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός καταργούμενων σχολικών μονάδων, όπου έκλεισαν/συγχωνεύτηκαν 26 σχολεία, 11 δημοτικά και 15 νηπιαγωγεία.
Περί τα 100 πρωτοβάθμια σχολεία έχουν καταργηθεί την τελευταία τριετία στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας – λόγω έλλειψης μαθητών, όπως εξυπακούεται. Ενώ τριπλάσιοι ήταν οι υποβιβασμοί μονάδων, με μείωση των θέσεων για τους διδάσκοντες. Ενδεικτικά, μόνο εν όψει της φετινής χρονιάς, το υπουργείο Παιδείας αναγκάστηκε να κλείσει 43 νηπιαγωγεία και 32 δημοτικά.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, στους αλγεινούς προβληματισμούς που πυροδοτεί η δημογραφική κρίση, αντιπαραθέτει τις προσπάθειες που καταβάλλει το υπουργείο Παιδείας να εξουδετερώσει, τηρουμένων των αναλογιών, τις βαθύτερες αρνητικές συνέπειες.
Στο πλαίσιο αυτό, ή δίνεται έμφαση στη μεγέθυνση της εκπαιδευτικής κοινότητας με προσλήψεις επιπλέον διδακτικού προσωπικού, καθώς και το εκτεταμένο πρόγραμμα συντήρησης, αποκατάστασης και αναβάθμισης υπαρχουσών σχολικών εγκαταστάσεων ή και ανέγερσης εντελώς καινούριων.
Συγκεκριμένα, η υπουργός Παιδείας ανέφερε σε τηλεοπτική συνέντευξή της ότι κατά την περίοδο 2019-2026 έχουν διοριστεί περισσότεροι από 53.000 εκπαιδευτικοί, ενώ μόνο φέτος τον Αύγουστο εντάχθηκαν στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, ως μόνιμοι, περί τους 5.300 διδάσκοντες.
Παράλληλα, πάνω από 660 πεπαλαιωμένα σχολικά κτίρια έχουν ήδη ανακαινιστεί, με πόρους από το πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου», με προγραμματικό στόχο τα αναβαθμισμένα σχολεία να ανέλθουν σε 4.000 σε όλη την Ελλάδα και έως το 2030.
Η μετανάστευση
Σε μια εξόχως ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στο liberal.gr, ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, Βύρων Κοτζαμάνης, αποφάνθηκε ότι «η μείωση των μαθητών στην πρώτη του δημοτικού είναι πολύ μεγαλύτερη από τη μείωση των γεννήσεων. Ενας αριθμός παιδιών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα πριν από 6 χρόνια, σήμερα δεν εμφανίζονται ως μαθητές δημοτικού.
Αρα, το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο, είναι συνάρτηση 2 παραμέτρων – τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον: Της υπογεννητικότητας, αλλά και της μετανάστευσης. Από το 2010 και μετά έχουμε μια φυγή των νέων μας. Φεύγουν από την Ελλάδα άνθρωποι μεταξύ 25 και 50 ετών, δηλαδή ο ενεργός πληθυσμός. Ορισμένοι εξ αυτών έχουν παιδιά, τα οποία παίρνουν μαζί τους στο εξωτερικό. Επομένως, κατά την εκτίμηση που κάνω εγώ, η μείωση των μαθητών οφείλεται κατά τα δύο τρίτα στη μείωση των γεννήσεων και κατά το ένα τρίτο στη μετανάστευση».
Δύο θάνατοι, μία γέννηση
Στο τεύχος Απριλίου-Ιουνίου 2026 της έκδοσης «Η Ελλάς με αριθμούς», περιλαμβάνεται ο εξελικτικός πίνακας της αναλογίας γεννήσεων προς θανάτους στη χώρα μας, στη διάρκεια της πενταετίας 2020-2024. Τα στοιχεία από το πρώτο έτος αναφοράς, το 2020, δείχνουν ότι οι 84.764 γεννήσεις αποτέλεσαν το 65% των 131.025 θανάτων.
Το 2021, το αντίστοιχο ποσοστό μειώθηκε στο 59,3%. Το 2022 έγινε 54%, το 2023 ανέκαμψε ελαφρώς στο 55,7%, για να καταλήξει, το 2024, στο 53,9%. Αλλιώς, μέσα σε πέντε χρόνια, παγιώθηκε στην Ελλάδα η συνθήκη που ορίζει ότι οι γεννήσεις στην Ελλάδα θα είναι, μόλις και μετά βίας, περίπου οι μισές από τους θανάτους.
Το υπουργείο Παιδείας εσχάτως άρχισε να χρησιμοποιεί ένα εξελιγμένο εργαλείο Τεχνητής Νοημοσύνης, το σύστημα Edu-Plan, προκειμένου να εναρμονίσει και να εξορθολογίσει την κατανομή των διαθέσιμων, έμψυχων κυρίως, πόρων, με τη δημογραφική καμπύλη, έτσι ώστε να μην υπάρχουν κενά ή, αντιθέτως, περίσσεια εκπαιδευτικών. Ακόμη κι έτσι, όμως, το πρόβλημα αντιμετωπίζεται μεν με καλύτερη διαχείριση, ενώ στην ουσία του εξακολουθεί να επιδεινώνεται.
Αναμφισβήτητα, όπως δείχνουν οι αριθμοί, τα σχολεία αυξάνονται σε αριθμό, όπως και το πλήθος των εκπαιδευτικών λειτουργών. Αλλά και ο πληθυσμός των μαθητών, ακριβώς όπως και ο ελληνικός πληθυσμός γενικώς, αρνείται πεισματικά να παρεκκλίνει από την, προδιαγεγραμμένη όπως φαίνεται, πορεία προς την τελική εκμηδένιση. Η οποία μπορεί να επισπευσθεί, να μετατεθεί χρονικά, ή και να ματαιωθεί, την τελευταία στιγμή, αναλόγως του πόσο πολύ πιστεύει κάποιος στα θαύματα.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI


